Αναθεωρώντας την ελληνική εξωτερική πολιτική-αμυντική πολιτική και τη διαχείριση κρίσεων μέσα από το πρίσμα του μοντέλου του νεορεαλιστικού κονστρουκτιβισμού

Δημοσιεύθηκε: Νοέμβριος 24, 2017

Του Νικολάου Παπαναστασόπουλου

-Μεταδιδακτορικός Ερευνητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο-

Η πραγματικότητα της εποχής επιφέρει τα αντίστοιχα δεδομένα στην έρευνα και στην ανάλυση, ειδικά στις κοινωνικές επιστήμες. Πολύ περισσότερο, η πολυπλοκότητα και η ρευστότητά της, με την έννοια όχι της αλλαγής, αλλά της μεταλλαγής (από την τεχνολογική πρόοδο στην οπισθοδρόμηση αξιών και δικαιωμάτων)  οδηγεί σε ατροφία των παραδοσιακών και κλασικών προσεγγίσεων στο πεδίο της πολιτικής, της διεθνούς, της εξωτερικής και της αμυντικής. Ακριβώς, στον πυρήνα της μελέτης εμφιλοχωρεί η μετασχηματιστική προσπάθεια άμβλυνσης των όποιων αρνητικών και η παραγωγική τους μετουσίωση σε κάτι ωφέλιμο, αναλυτικά, που να προσδίδει εθνικό πρόσημο. Οντολογικά η απόπειρα αυτή συγκερασμού έλκει το νόημά της από τη ρευστότητα της εποχής όπου οι μονοδιάστατες προσεγγίσεις αδυνατούν να συλλάβουν και να παράξουν ένα σαφές εξηγητικό πρίσμα, καθώς και από την επόπτευση στην ιστορική πορεία του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα. Επιστημολογικά, η αρχή της σύζευξης, η εννοιολογική πλαστικότητα και ευελιξία της αριστοτελικής προσέγγισης (πρέπει να) αποτελεί το σταθερό πλαίσιο σε θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και δη της στρατηγικής.

Μεθοδολογικό πλαίσιο

Ο μεθοδολογικός βηματισμός που ακολουθείται έχει ολιστικά ως βάση τη φιλοσοφία και επιστημολογία των διεθνών σχέσεων, στη συνέχεια διέρχεται την οντολογία (μέσα από την ιστορική εποπτεία) και εξειδικεύεται στην ανάλυση της διεθνούς και δημόσιας πολιτικής, στα πεδία της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και της στρατηγικής διαχείρισης κρίσεων.

Θεωρητικό πλαίσιο

Βασικοί του πυλώνες καθίστανται:

  • α) η «θεωρία των εναντίων των Πυθαγορείων», σύμφωνα με την οποία ο κόσμος μας εξηγείται ως εξής: οι αρχές των όντων είναι δέκα ζεύγη αντιθετικών δυνάμεων: πέρας ἄπειρον|, περιττὸν ἄρτιον|, ἓν πλῆθος|, δεξιὸν ἀριστερὸν|, ἄρρεν θῆλυ|, ἠρεμοῦν κινούμενον|, εὐθὺ καμπύλον|, φῶς σκότος|, ἀγαθὸν κακὸν| τετράγωνον ἑτερόμηκες|. Στον κόσμο, δηλαδή, υπάρχει αρμονία όχι μόνο ανάμεσα στα όμοια, αλλά ανάμεσα και στα αντίθετα. Οι αντιθετικές αυτές δυνάμεις δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοκαθορίζονται. Αν λοιπόν μιλάμε για θετικισμό, αυτός δεν νοείται χωρίς τον μεταθετικισμό και ανάπαλιν.
  • β) η θεώρηση του Machiavelli, σύμφωνα με την οποία ο ηγεμόνας πρέπει να είναι και αλεπού και λιοντάρι και σαν τον Κένταυρο Χείρωνα (αλλού να συμπεριφέρεσαι ως ζώο και αλλού να είσαι άνθρωπος), κάτι που βλέπουμε και στον Nye ως σκληρή, ήπια και έξυπνη ισχύ και ως μετασχηματιστική ηγεσία (μέσα από περιπτώσεις των αμερικανών προέδρων).
  • γ) το άρθρο του Canestaro (2006), ο οποίος προτάσσει τη σύζευξη ρεαλισμού και ιδεαλισμού στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας.
  • δ) η προσέγγιση του Barkin (2010), ο οποίος συζευγνύει τον ρεαλισμό και τον κονστρουκτιβισμό (μέσα από το ομώνυμο βιβλίο του), αλλά και μια πιο προσεκτική ανάγνωση τόσο του Wendt όσο και της ρεαλιστικής σχολής με έμφαση στον νεοκλασικό ρεαλισμό.

Μιλώντας για τις έννοιες–κλειδιά των οποίων επιχειρείται ο συγκερασμός, ως νεορεαλιστικός κονστρουκτιβισμός, αυτές έχουν ως εξής:

  • Νεορεαλισμός, ως έμφαση στη δομή του διεθνούς συστήματος: ενώ για τον κλασικό ρεαλισμό τα κράτη αποτελούν τους πιο σημαντικούς (μοναδικούς) παράγοντες του διεθνούς συστήματος, επιδιώκοντας την ισχύ και λειτουργώντας, σύμφωνα με το κόστος και το όφελος, για τον νεορεαλισμό ή δομικό ρεαλισμό παίζει ρόλο η φύση και η δομή του διεθνούς συστήματος.
  • Κονστρουκτιβισμός, ως εστίαση στον μετασχηματισμό της πραγματικότητας/ μετασχηματιστική ηγεσία: για τον κονστρουκτιβισμό η πολιτική κουλτούρα μορφοποιεί την εξωτερική πολιτική, η μορφή της κυβέρνησης/ πολιτεύματος καθορίζει την εξωτερική πολιτική, η ιστορία διαμορφώνει την εξωτερική πολιτική, οι ιδέες και δη η ιδεολογία έχουν αυθύπαρκτη σημασία.

Σ’ αυτή τη βάση, παρατηρούνται οι εννοιολογικές συγκροτήσεις που εμπεριέχουν τόσο τη θέαση της δομής της διεθνούς πραγματικότητας, όσο και στοιχεία κονστρουκτιβισμού.

  • «Εξωτερική πολιτική» είναι «η προσπάθεια ενός οργανωμένου κοινωνικού συνόλου να ελέγξει το εξωτερικό του περιβάλλον με την αξιοποίηση των ευνοϊκών και τη μεταβολή των δυσμενών γι’ αυτό καταστάσεων προς το καλύτερο» [Rosenau 1969]. Παράγοντες που δεν της είναι αμελητέοι είναι τα κόμματα, ΜΜΕ κ.α. (Τσαρδανίδης 2006).
  • «Αμυντική Πολιτική» είναι το σύνολο των πολιτικών αποφάσεων και των επακόλουθων σχεδιασμών και ενεργειών, διπλωματικής, οικονομικής, στρατιωτικής ή άλλης φύσης με τις οποίες ένα κράτος επιδιώκει να: (α) εντοπίσει, (β) προσδιορίσει, (γ) αποτρέψει ή/και (δ) αντιμετωπίσει με επιτυχία, απειλές για τα συμφέροντά του
  • «Στρατηγική», όσον αφορά στην οποία η σκέψη της δεν είναι κάτι το μηχανικό. Παράγεται από ανθρώπινα όντα που έχουν επηρεαστεί βαθιά από τις βιωματικές εμπειρίες τους. Ειδικά για την «Υψηλή στρατηγική», αυτή νοηματοδοτείται ως παραγωγή εθνικής ασφάλειας, μέσα από τη συνεχή διάδραση των δυνατοτήτων του κράτους και τον περιορισμό του αντιπάλου. Ο σχεδιασμός της καλύπτει τις ακόλουθες διαστάσεις: – τη διάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος, – τον προσδιορισμό των πολιτικών στόχων, στη βάση των διαθέσιμων μέσων (-απειλών), – τον καθορισμό του αποτελεσματικότερου συνδυασμού μέσων, – τη προσεκτική διαμόρφωση της ‘εικόνας’ που παρουσιάζει η υψηλή στρατηγική τόσο στο εξωτερικό, όσο και στο εσωτερικό.
  • «Διαχείριση κρίσεων» (Crisis Management) ως ο σχεδιασμός, η προετοιμασία και η υποστήριξη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση μιας κρίσης. Η διαχείριση κρίσεων αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ένας μηχανισμός πρέπει να λειτουργήσει (επι)κοινωνώντας με όλες τις υπηρεσιακές και μη μονάδες κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αυτό περιλαμβάνει: – τις δομές και τις κουλτούρες των οργανισμών, – τις στρατηγικές και τις τακτικές διαχείρισης, – τη στρατηγική διαχείρισης της κρίσης, τις προσεγγίσεις στη λήψη αποφάσεων.
  • Η «ηγεσία», μέσα από τον ρόλο του ηγέτη και του πώς αυτός μπορεί να επηρεάσει/μετασχηματίσει το περιβάλλον. Εδώ υπογραμμίζουμε τον λειτουργικό κώδικα του ηγέτη που συνιστά ένα μεθοδολογικό εργαλείο, σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατόν να εξετάζονται οι αντιλήψεις των πολιτικών ηγετών για τα θεμελιώδη προβλήματα της ιστορίας και τα κύρια ερωτήματα της πολιτικής. Οι λειτουργικοί κώδικες λειτουργούν ως πρίσματα, μέσα από τα οποία διαθλώνται οι πληροφορίες για τις εξωτερικές προκλήσεις και τις εσωτερικές αντιδράσεις.
  • «Πολιτική κουλτούρα»: έχει να κάνει με το πολιτικό «είναι» (τη φυσιογνωμία) μιας κρατικής οντότητας που συνυφαίνεται γύρω από τις έννοιες της ιδεολογίας, της νομιμοποίησης και του εθνικού χαρακτήρα.
  • «Στρατηγική κουλτούρα»: ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος/ εθνική κοινότητα ερμηνεύει, αναλύει και αντιδρά σε διεθνή γεγονότα (απειλές) στη βάση ιδεών, στερεοτύπων (Snyder) ή ένα ιδεατό περιβάλλον/ ενδιαίτημα που περιορίζει τις συμπεριφορικές επιλογές (Johnston).
  • «Απόφαση»: η ικανότητα προσανατολισμού για την αναγκαία αυτο-συντήρηση και εφαρμογή των απαιτήσεων ενός συστήματος ή ως η πολύπλοκη και σύνθετη διαδικασία επιλογής μεταξύ εναλλακτικών λύσεων που λιγότερο ή περισσότερο φαντάζουν πρόσφορες για την επίτευξη σκοπών.

Ιστορικό πλαίσιο

Προς επίρρωση της προτεινόμενης προσέγγισης, ας δούμε την ιστορική πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Θεμελιακά, στη θεώρηση, η ιστορική ανθρώπινη δράση ενέχει κονστρουκτιβιστικών αφετηριών και ορμέμφυτων. Υπό αυτό το πρίσμα:

  • Η ελληνική επανάσταση ήταν μια μετασχηματιστική απόπειρα απέναντι στη δομή του διεθνούς συστήματος της Ιερής Συμμαχίας που επέφερε τους αντίστοιχους γεωπολιτικούς κραδασμούς. Η αδυναμία σύζευξης των δύο πόλων (νεορεαλισμού και κονστρουκτιβισμού) λίγο έλειψε να την καταδικάσει, αν δεν γινόταν η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας).
  • Σ’ αυτή τη βάση, το ελληνικό κράτος ιδρύεται στα 1830 με το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας και την τελική ρύθμιση, ως προς τα σύνορα, το 1832 (γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού). Το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, στο μίκρο επίπεδο, και το Ανατολικό Ζήτημα, στο μάκρο επίπεδο, κυριαρχούν τόσο στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων, όσο και της εξωτερικής πολιτικής του κράτους. Οι συγκυρίες του Ανατολικού Ζητήματος και η ορθή ή μη ανάγνωση των ισορροπιών εντός του αποτελούσαν τη μεγαλύτερη πρόκληση της ελληνικής (αλυτρωτικής) εξωτερικής πολιτικής.
  • Για τον βασιλιά Όθωνα η δυσκολία έγκειτο – στο να ικανοποιεί τον εθνικό αλυτρωτισμό – να ισορροπεί και να ελέγχει τα ξενικά κόμματα – να ισορροπεί στο παιχνίδι των τριών δυνάμεων και δη της Αγγλίας. Η πρόσδεση άλλωστε του Όθωνα στο άρμα της αλυτρωτικής πολιτικής και η συνεργασία με τον Κωλέττη που αντιστρατεύονταν το δόγμα της αγγλικής πολιτικής οδηγούν στις επεμβάσεις της Αγγλίας (με τον ναυτικό αποκλεισμό και τα Παρκερικά και την και την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου). Ο Όθων είχε ασπαστεί εκείνη την οπτική γωνία της εθνικής ιδεολογίας, η οποία θεωρούσε ότι ο προορισμός του ελληνικού έθνους, ο προορισμός του ελληνικού κράτους και ο προορισμός του ελληνικού θρόνου ταυτίζονταν πλήρως μεταξύ τους. Το γεγονός ότι ο Όθων (βλ. λειτουργικό του κώδικα) την υιοθέτησε όχι εργαλειακά για τη διάσωση της μοναρχίας του, αλλά επειδή πραγματικά την είχε ενστερνιστεί ως εθνική συνείδηση εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε και πλήρωσε την αδυσώπητη γεωπολιτική πραγματικότητα.
  • Η βασιλική εξουσία του «ειρηνοπόλεμου» Γεώργιου Α’ ήταν απόρροια μιας λεπτής αμφιταλάντευσης, ανάμεσα στις επιταγές της ξένης διπλωματίας, καθώς και στη διατήρηση του ζωτικού συστατικού της επικοινωνίας με το λαό του, δηλαδή του εθνικισμού/ αλυτρωτισμού. Η σαφής γνώση του κλίματος της εποχής, της ‘Pax Britannica’ δεν διαλάνθαναν της προσοχής του άνακτα. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι αποτελούσαν «τα πόδια» του βασιλικού του θρόνου. Για πρώτη φορά ο Γεώργιος παρασύρεται από τον ρόλο της Εθνικής Εταιρείας (στην οποία συμμετείχαν και οι γιοι του) και αυτό εξηγεί την κατάληξη του ατυχούς ελληνοτουρκικού πολέμου (1897).
  • Για τον Βενιζέλο, η ικανότητά του ήταν ακριβώς να βλέπει τη δομή του διεθνούς συστήματος, προσδεμένος στην τότε υπερδύναμη και να επιχειρεί τον μετασχηματισμό επί τα εθνικά βελτίω (βλ. τη στάση του ως επαναστάτη στην Κρήτη και ως πρωθυπουργού που δεν ήθελε σπασμωδικές ενέργειες για την ένωση με την Ελλάδα). Στους Βαλκανικούς πολέμους, σύμφωνα με την υψηλή του στρατηγική, η Ελλάδα θα έπρεπε να συμμετάσχει στην κυοφορούμενη βαλκανική συμμαχία για την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας και δη του οράματος του βενιζελισμού. Και τούτο διότι και χωρίς την Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία θα κήρυτταν τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε περίπτωση νίκης των δύο αυτών βαλκανικών κρατών, τα σύνορα της Ελλάδας θα καθηλώνονταν στον Αλιάκμονα. Σε περίπτωση νίκης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο αλύτρωτος Ελληνισμός θα εξαφανιζόταν, εκτιμούσε ορθά ο Βενιζέλος. Τον Απρίλιο του 1912, όταν η Ελλάδα κινδύνευε να μείνει εκτός της Βαλκανικής Συμμαχίας, ο Βενιζέλος δεν μπορούσε να συζητήσει το εδαφικό με τη Βουλγαρία. Με την προβλεπόμενη, το 1912, είσοδο του βουλγαρικού στρατού στη Θράκη, ο Βενιζέλος ασπαζόταν τη θεωρία ότι η Ελλάδα θα είχε στερεότερη σπονδυλική στήλη στον Βορρά παρά ανατολικά.
  • Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Εθνικό Διχασμό, ο Βενιζέλος ακολουθεί τη αδήριτη γεωπολιτική επιταγή για πρόσδεση στο άρμα της Αγγλίας, ενώ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος διαβλέπει λανθασμένα τη δομή του διεθνούς συστήματος και επιχειρεί έναν ατυχή μετασχηματισμό, όπως θα φανεί και από τις αντιβενιζελικές κυβερνήσεις στην τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής.
  • Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο Βενιζέλος επανα-εννοιολογεί τη Μεγάλη Ιδέα, ως οικονομική ανασυγκρότηση και βλέποντας νεορεαλιστικά τη δομή (ώθηση της Αγγλίας και απειλή της Ιταλίας), προτάσσει την ελληνοτουρκική φιλία (κονστρουκτιβισμός ως ηγεσία).
  • Στη συνέχεια και στον Μεσοπόλεμο, η μεταξική δικτατορία τελούσε σε συνάρτηση με τη ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα (τα αγγλικά συμφέροντα και τον ορατό ιταλικό κίνδυνο), αλλά και τον εσωτερικό «εχθρό», την κομμουνιστική απειλή. Και για τα δύο πάντως παρατηρείται μια συνεννόηση και αγαστή συνεργασία, ανάμεσα στον βασιλιά, τον Μεταξά και την Αγγλία. Για τις σχέσεις Μεταξά και βασιλιά παρατηρούμε ότι ο ένας βρήκε στον άλλο τον αναγκαίο εταίρο στην επίτευξη των στόχων του είτε για τη διατήρηση στο θρόνο είτε στην εξουσία. Άλλωστε ο στρατός ήταν πιστός στον βασιλιά, οπότε ο Μεταξάς δεν είχε λόγο να αντιταχθεί στη θεμελιώδη βούληση του άνακτα για τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας προς την εσπερία.
  • Μετέπειτα, στον Ψυχρό Πόλεμο, η ένταξη στο ΝΑΤΟ καθώς και οι Συμφωνίες Ζυρίχης/ Λονδίνου για το Κυπριακό έδειχναν αντίληψη της δομής του διεθνούς συστήματος, ενώ η τραγωδία της Κύπρου (1974) παρήγαγε ακριβώς αρνητικά αποτελέσματα (μη σύζευξη νεορεαλισμού και κονστρουκτιβισμού, από πλευράς δικτατορίας και Λευκωσίας).
  • Στη Μεταπολίτευση, η οποία κατά το μάλλον ή ήττον κέρδισε το στοίχημα του πλαισίου, αλλά έχασε αυτό του περιεχομένου, η ένταξη στην τότε ΕΟΚ ήταν μια ευφυής σύζευξη νεορεαλισμού και κονστρουκτιβισμού (όπως και το ίδιο το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Στην περίπτωση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας, ο ηγέτης διείδε τη δομή και κονστρουκτιβιστικά – ηγετικά, καθώς αν γινόταν δημοψήφισμα θα ήταν αρνητικό ή διχαστικό, προχώρησε στην είσοδο στην ευρωπαϊκή οικογένεια).
  • Μια τέτοια επιτυχής σύλληψη ήταν και η άρση του βέτο για την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση και ο εξευρωπαϊσμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από πλευράς ελληνικών κυβερνήσεων, μέσα από τις αποφάσεις του Ελσίνκι (1999).
  • Μιλώντας συγκεκριμένα για τις κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης βλέπουμε την προσαρμογή στη δομή και τη μετασχηματιστική ή μη ηγεσία:
Κυβερνήσεις ΥΨΗΛΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Κωνσταντίνου Καραμανλή «ανήκωμεν εις την Δύσιν», πολύπλευρη εξωτερική πολιτική, ελαστική στάση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις
Ανδρέα Παπανδρέου

 

«η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», ανελαστική στάση στα ελληνοτουρκικά,

Δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου

Κώστα Σημίτη

 

εξευρωπαϊσμός, άρση του βέτο απέναντι στην Τουρκία, εξοπλισμοί, ένταξη Κύπρου στην Ε.Ε
Κώστα Καραμανλή

 

«η Κύπρος αποφασίζει η Ελλάς συμπαρίσταται», ανοίγματα προς τη Ρωσία – αγωγοί –εξοπλισμοί
Γιώργου Παπανδρέου

 

πρόσδεση στις ΗΠΑ (κατάργηση συμφωνιών με Ρωσία), «στρατηγική» συνεργασία με Ισραήλ, Συμβούλια συνεργασίας με Τουρκία
Αντώνη Σαμαρά

 

TAP, στρατηγική συνεργασία με Ισραήλ, ΑΟΖ, συνεργασία με Αίγυπτο και Κύπρο

έλεγχος στις μεταναστευτικές ροές

Αλέξη Τσίπρα

 

πρόσδεση στις ΗΠΑ, πόκερ (και όχι σκακιέρα) με Ρωσία, συνεργασία με Αίγυπτο, Κύπρο, Ισραήλ, μεταναστευτική πολιτική ανοιχτών συνόρων.

 

Ειδικά για τη διαχείριση κρίσεων:

Κρίσεις Κυβερνήσεις
Κρίση 1976 Κωνσταντίνος Καραμανλής: διπολικό διεθνές σύστημα: ήπια ισχύς, προσφυγή σε θεσμική διαμεσολάβηση, διεθνείς οργανισμούς – διεθνές δικαστήριο
Κρίση 1987 Ανδρέας Παπανδρέου: διπολικό διεθνές σύστημα: Σκληρή ισχύς, εξωτερική εξισορρόπηση – απειλή για αλλαγή στρατηγικού προσανατολισμού
Κρίση 1996 (Ιμίων) Κώστας Σημίτης: μονοπολικό διεθνές σύστημα: προσφυγή στην ηγεμονική διαμεσολάβηση των ΗΠΑ: «παρακάλεσε τη δομή»

 

Συμπερασματικές σκέψεις

Το θεωρητικό (ερμηνευτικό και στρατηγικό) υπόδειγμα που τελεί υπό επεξεργασία (έχοντας ακόμα δρόμο για τη δόμησή του) αφενός επιστημολογικά προλειαίνει ένα γόνιμο έδαφος απαγκίστρωσης από φετιχοποιήσεις και δαιμονοποιήσεις παραδειγμάτων που κατακλύζουν την ακαδημαϊκή κοινότητα και υποχωρούν μπροστά στην μεταπολυπλοκότητα της εποχής. Αφετέρου συνιστά χρήσιμο πλοηγό όσον αφορά στο αντικείμενο της διαχείριση κρίσεων, η οποία κατεξοχήν επιτάσσει μια συνεχή αναστοχαστικότητα, διεπιστημονικότητα και ευελιξία των αναλυτικών εργαλείων.

Σ’ αυτή τη βάση, είναι αναγκαία η επιτέλεση τριών διαφορετικών λειτουργιών:

  1. της γνωστικής, ως ανάλυση και διάγνωση της κατάστασης,
  2. της επιχειρησιακής, όπου χρειάζεται περισσότερο η γνώση και η εμπειρία,
  • της πολιτικής, ως έργο από πλευράς ηγετών.

Άλλωστε η δυσκολία της στρατηγικής (και δη της υψηλής) βρίσκεται στην ικανότητα των ηγετών του έθνους να συγκεράσουν όλα τα στοιχεία, τόσο τα στρατιωτικά όσο και τα μη-στρατιωτικά, με στόχο την υπεράσπιση και προαγωγή των μακροπρόθεσμων (δηλαδή σε καιρό πολέμου και ειρήνης) εθνικών συμφερόντων. Δεδομένου ότι την επηρεάζουν τόσες ανεξάρτητες ή μη μεταβλητές, η υψηλή στρατηγική δεν μπορεί ποτέ να είναι ακριβής ή προ-καθορισμένη. Βασίζεται, μάλλον, στην συνεχή και ευφυή επανεξέταση των μέσων και των σκοπών της πολιτείας, μέσα από τη σοφία και την κρίση, εκείνα τα δύο «μη- απτά» στοιχεία τα οποία ο Κλαούζεβιτς και ο Λίντελ Χαρτ -παρά τις διαφορές τους- εκτιμούσαν περισσότερο. Και πρέπει να καταλάβουμε, ότι η σοφία και η κρίση δεν δημιουργούνται εν κενώ, σχηματίζονται, και εκλεπτύνονται, από την εμπειρία, περιλαμβανόμενης και της μελέτης της ιστορικής εμπειρίας». Και αυτό αν μη τι άλλο εγείρει εμπλουτισμένες και όχι μονοδιάστατες προσεγγίσεις. Δυναμικές και όχι στατικές μεθοδολογίες. Και μπορώ να υποστηρίξω ότι κάθε φορά που επιχειρήθηκε, τηρουμένων των αναλογιών, σύζευξη νεορεαλισμού και κονστρουκτιβισμού (γεωπολιτικής και πολιτικής ανθρωπολογίας) αυτό είχε θετική απόληξη, ενώ όταν αυτό δεν πραγματώθηκε παρασυρθήκαμε από εθνικές ευγενείς τυφλώσεις.

Τούτων δοθέντων, το προτεινόμενο θεώρημα αφενός λειτουργεί ως ερμηνευτικό πρίσμα και αφετέρου παρέχει μια στρατηγική πυξίδα. Στη «βελόνα αυτής» μπορούμε να μεταβούμε στην ανά-θεώρηση της ελληνικής εξωτερικής και όχι μόνο πολιτικής. Αυτό τελεί σε συνάρτηση με το αν ο καθένας μας ως άτομο, η κοινωνία και η ίδια η πολιτική, ως «συγκοινωνούντα δοχεία», μέσω της παιδείας, εξοβελίσουμε τα εσωτερικά και εξωτερικά μας τέρατα και με το τέλος των Μνημονίων και ενόψει των 200 χρόνων από το 1821, συναινετικά ορίσουμε το «εθνικό Αγαθό». Ύστερα από αυτή την αναγκαία υπαρξιακή εννοιολόγηση, με έμφαση πάντα στη γεωπολιτική αξία της πατρίδας μας, θα μπορέσουμε να μεταβούμε σ’ ένα σχέδιο ανάπτυξης και εθνικής υψηλής στρατηγικής, σε όλους τους τομείς, μέσα από την ανάταση του πνευματικού, αξιακού, οικονομικού και κοινωνικού μας κεφαλαίου. Αναγκαία συνθήκη στο επίπεδο της δημόσιας πολιτικής είναι αυτό που για τον γράφοντα ονομάζεται Πολιτεία Εμπιστοσύνης: την πολιτεία όπου το δημοκρατικό πολίτευμα πρέπει να μετουσιώνεται/ να ‘μεταφράζεται’ αδιάκοπα από τον τύπο και τη μορφή του σε ουσία και αυτό να αποδεικνύεται κάθε στιγμή στον πολίτη. Αναγκαία συνθήκη στο επίπεδο της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής είναι η θέαση και ο ανακλαστικός (επ’ εθνική ωφελεία) μετασχηματισμός της πραγματικότητας (το κακό να γίνει καλό και η ελληνική ιστορία βρίθει τέτοιων επαναστατικών μετασχηματισμών). Και αυτό είναι κατεξοχήν καθήκον της ηγεσίας του τόπου. Η πορεία της ιστορίας και δη της ελληνικής καταδεικνύει ότι βρέθηκαν άνθρωποι, που ως ηγέτες πραγματικά της προσέδωσαν τον αντίστοιχο προσωπικό τους προσδιορισμό και στίγμα. Ήταν πρωτοπόροι και εκ των ιδεών, της δράσης και των αποτελεσμάτων τους χαρακτηρίστηκαν και λατρεύτηκαν (και μισήθηκαν) ως ηγέτες. Επομένως η ικανότητα της ηγετικής απόφασης είναι και φάρμακο και φαρμάκι για τη μοίρα και την πορεία ενός κράτους. Και η σύζευξη των αντιθέτων (και όχι διχοτόμηση) θετικισμού και μεταθετικισμού (καθώς το ένα εμπεριέχει και το άλλο) δρα καταλυτικά και απαλλάσσει από τις όποιες ντετερμινιστικές νομοτέλειες και μοιρολατρίες. Άλλωστε όπως λέει και ο Άμλετ «είμαι κακός γιατί είμαι καλός».

Η ίδια η ιστορία χαρακτηρίζεται από τη διαπάλη συστήματος και ατόμου, τη διελκυστίνδα δομής (νεορεαλισμού) και δράσης (κονστρουκτιβισμού). Αυτή κατ’ εμέ είναι η μαμή της. Και προς τούτο, η παρούσα εισήγηση επιλέγει αντί της παθητικότητας του στίχου του Βάρναλη  «για τους δειλούς, τους μοιραίους και τους άβουλους», αυτόν της ενεργητικότητας του Σεφέρη για το «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Πολύ περισσότερο, όσον αφορά στη διαχείριση των κρίσεων, η ίδια η κινεζική παροιμία τονίζει ότι η κρίση ενέχει κινδύνου και ευκαιρίας. Επαφίεται επομένως στην ανθρώπινη δράση η όποια κατάληξη. Άλλωστε και η ίδια η αμερικανική εξωτερική πολιτική, μέσα από τα δόγματα συγκεκριμένων προέδρων (Τζάκσον, Ουίλσον κ.α. και Τραμπ που είναι ένα ερωτηματικό) επιρρωνύει αυτή την απόφανση. Ακόμα και ο Kissinger που είναι ρεαλιστής, αλλά ως ιστορικός ίσως διακατέχεται από έναν κονστρουκτιβισμό (βλ. «τριγωνική διπλωματία Νίξον») αναφέρει στη «Διπλωματία» του ότι «οδοιπόρε, δεν υπάρχουν δρόμοι. Θα τους φτιάξεις εσύ ο ίδιος με το περπάτημά σου».

Ως επίλογος, με επιστροφή στο φιλοσοφικό υπόβαθρο και χωρίς να γίνεται κατάχρηση verborum άλλων, μπορεί να ειπωθεί ότι στη στρατηγική ανάλυση και σε θέματα εξωτερικής-αμυντικής πολιτικής και διαχείρισης κρίσεων, συνετό είναι να επιχειρούμε από αυτό που έλεγε ο Πλωτίνος: «κλείνοντας τα μάτια άλλαξε την όρασή σου και ξύπνα μιαν άλλη, που ενώ πολλοί μπορεί να την έχουν, λίγοι έως ελάχιστοι, τη χρησιμοποιούν».