Για μια ασφαλή Ελλάδα σε μια Ευρώπη με ανθρωπιά

Δημοσιεύθηκε: Απρίλιος 7, 2019

Καθώς τα κύρια μέτωπα της διπλωματίας μας βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή και αλληλοεπηρεάζονται, ο ειδικός συνεργάτης της «Α&Δ» Παναγιώτης Μίχος και ο διπλωματικός αρθρογράφος μας και υποψήφιος ευρωβουλευτής, πρέσβης ε.τ. Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς, κάνουν μια αναλυτική συζήτηση για τις τρέχουσες εξελίξεις και τις προοπτικές των επόμενων μηνών.

Παναγιώτης Μίχος (ΠΜ): Κύριε πρέσβη, πριν λίγες μέρες βρεθήκατε στην Κύπρο. Τι εντυπώσεις αποκομίσατε για τις εξελίξεις που θα προκαλέσουν τα ενεργειακά στη Μεγαλόνησο;

Αλέξανδρος Μαλλιάς (ΑΜ): Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, το κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας με προσκαλεί για μία δημόσια διάλεξη. Ο διακεκριμένος, με ρηξικέλευθες απόψεις και θέσεις, καθηγητής Ανδρέας Θεοφάνους είναι ο οικοδεσπότης. Κάθε φορά που βρίσκομαι σε κυπριακό Πανεπιστήμιο με πιάνει θλίψη. Όλα είναι άριστα οργανωμένα, ενώ η τριτοβάθμια εκπαίδευση -μέσω  και των ιδιωτικών πανεπιστημίων- αποτελεί μια σοβαρή οικονομική ένεση στον προϋπολογισμό της Δημοκρατίας. Γνωρίζω ότι εξ Αθηνών γνωστοί  πολιτικοί  με προθυμία και  χαρά αξιοποιούν το πολύτιμο βήμα που τους προσφέρουν. Επιστρέφοντας εν τούτοις στην Αθήνα  ενισχύουν τα υπερυψωμένα συνταγματικά τείχη, εμποδίζοντας την  ίδρυση ιδιωτικών   μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων. Είναι η περί του Άρθρου 16 του Συντάγματος άγονη και οπισθοδρομική συζήτηση. Βλέποντας λοιπόν  σήμερα τον πραγματισμό  στη μεν  Λευκωσία να θριαμβεύει στη δε Αθήνα εκ νέου  να ηττάται από την ιδεοληψία, εκτιμώ ότι,  για αρκετά χρόνια ακόμη, η Κύπρος θα διατηρεί  το ανταγωνιστικό προβάδισμα και πλεονέκτημα.

Είχα τη χαρά και τη τιμή να συναντήσω τον καταξιωμένο πρέσβη της Ελλάδος κ. Ηλία Φωτόπουλο, τον  λαμπρό στρατηγό Ηλία Λεοντάρη Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου της Εθνικής Φρουράς (και κατά νόμο στρατιωτικό σύμβουλο του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας) και τον Συνταγματάρχη της ΕΛΔΥΚ κ. Μανώλη Χατζή. Επίσης, όπως και πέρυσι, είχα τη χαρά να συναντήσω τον πρώην υπουργό Εξωτερικών της Κύπρου Γιώργο Ιακώβου με τον οποίο μας συνδέουν κοινοί αγώνες, τόσο στα Βαλκάνια (Αλβανία) όσο και στην Αμερική. Το κείμενο της ομιλίας μου δημοσιεύτηκε σαν κείμενο πολιτικής (policy paper) από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας .

Η Κύπρος, τη στιγμή αυτή, βρίσκεται σε ένα σημαντικό σταυροδρόμι της πολύπαθης ιστορίας της. Η ανακάλυψη ενός αξιόλογου κοιτάσματος υδρογονανθράκων από την  Exxon Mobil επιτρέπει στην Λευκωσία να προσθέσει  με σύνεση ορισμένα σημαντικά οικονομικά μέσα στη διπλωματικά και πολιτική της φαρέτρα. Δεν ανήκω στη μεγάλη κατηγορία των εξ Ελλάδος επισκεπτών που δίνει μαθήματα ή κάνει υποδείξεις στη Κυπριακή Δημοκρατία περί του πρακτέου. Αντιθέτως, ειδικά στα θέματα που αφορούν στο σχεδιασμό, στο προγραμματισμό ερευνών για υδρογονάνθρακες -που είναι πολύ δυσχερέστερος απ’ ότι συνήθως νομίζουμε- θα μπορούσαμε πολλά να μάθουμε από την επιτυχή εμπειρία της Κυπριακής Δημοκρατίας και των προέδρων της, κυρίως των Τάσου Παπαδόπουλου και Νίκου Αναστασιάδη. Παρά τις όποιες  διαφορές ύφους και πολιτικής, ο Τάσος Παπαδόπουλος ξεκίνησε και ο Νίκος Αναστασιάδης με δεξιοτεχνία συνεχίζει. Να σημειώσω ότι η Κύπρος έχει με επιτυχία ασκήσει τα, εκ του Διεθνούς Δικαίου και δη της Συνθήκης του Δικαίου της Θάλασσας απορρέοντα, δικαιώματά της, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε καίριας σημασίας συμφωνίες με τους γείτονές της που κάθε άλλο παρά εύπιστους θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε.

Αλήθεια, πώς σας φαίνεται αυτή η πραγματικότητα σε μια χώρα υπό κατοχή; Τη στιγμή αυτή παραμένουν 37.000 τουρκικά στρατεύματα κατοχής. Χάριν  σύγκρισης, ο αριθμός είναι μεγαλύτερος από το σύνολο των τακτικών δυνάμεων που συγκρούστηκαν τα τελευταία χρόνια στο συριακό έδαφος. Όταν ρωτήθηκα για τη σύνδεση της κυπριακής ασφάλειας με την ανακάλυψη των κοιτασμάτων φυσικού αερίου, έθεσα προς συζήτηση τη σκέψη «άμεση προεξόφληση του μερίσματος ασφάλειας για την Κυπριακή Δημοκρατία έναντι της οικονομικής απόδοσης σε τρίτους των ενεργειακών μερισμάτων». Ας επιχειρήσουν να λάβουν εγγυήσεις ασφαλείας έναντι των τεράστιων οικονομικών κερδών που θα έχουν οι αμερικανικές, γαλλικές και άλλες εταιρίες σε βάθος μιας εικοσαετίας. Με άλλα λόγια, η Κύπρος ας εισπράξει τις εγγυήσεις (μέρισμα) για την ασφάλειά της ως «προκαταβολή» των τεραστίων οικονομικών αποδόσεων των υδρογονανθράκων της. Είμαι βέβαιος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία και η ηγεσία της γνωρίζουν καλύτερα πώς να προστατέψουν και να προωθήσουν το δικό τους συμφέρον. Κλείνοντας, θα ήθελα να καταγράψω ορισμένα αξιοσημείωτα γεγονότα που έλαβαν χώρα τον τελευταίο μήνα στον αμυντικό τομέα. Είχαμε για πρώτη φορά επίσημη επίσκεψη του ΓΕΕΦ στο Λονδίνο για συνομιλίες, καθώς και τις ουσιαστικές, με διαφορά ωρών, επισκέψεις στη Λευκωσία των υπουργών Άμυνας της Γαλλίας και της Ο.Δ. της Γερμανίας.

ΠΜ: Πώς βλέπετε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στη γειτονική χώρα τον περασμένο μήνα; Παρατηρείτε κάποια αλλαγή;

ΑΜ: Η εντύπωση που αποκομίζω από εκείνα που ήσαν άμεσα, δημόσια και ορατά, διότι δε θέλω να κάνω εικασίες για αυτά που ήσαν δυσδιάκριτα, αόρατα και συζητήθηκαν πίσω από τις κλειστές πόρτες στην Άγκυρα, είναι ότι η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού ήταν καλύτερα προετοιμασμένη συγκριτικά με τη προηγηθείσα ατυχή, ως προς τη δυσάρεστη ατμόσφαιρα που προκάλεσε και τα βαριά ίχνη που άφησε,  επίσημη επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 2017.

Η βασική διαπίστωση που μπορεί να κάνει κάποιος ακούγοντας, παρακολουθώντας και μελετώντας τις παρατηρήσεις και τις απαντήσεις των δύο ηγετών, είναι ότι είχε καταβληθεί προσπάθεια να προσεχθούν κατά κάποιο τρόπο -όχι πλήρως- τα κείμενα, ώστε να μην φορτίσουν περισσότερο το ήδη πολύ βαρύ κλίμα που επικρατεί τα τελευταία δύο χρόνια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ειδικότερα στο Αιγαίο. Οι δύο πλευρές επανέλαβαν και κατέγραψαν δημόσια τις θέσεις, τις διαφορές και  τα σημεία εκείνα στα οποία ίσως υπάρχει κάποια «σύγκλιση». Αυτό που ο κύριος πρωθυπουργός απεκάλεσε «θετική ατζέντα» δεν είναι κάτι το καινούργιο. Είναι αυτό που από το 1999 και μετά αποκαλούσαμε προτεραιότητα στα θέματα «χαμηλής έντασης». Στη πραγματικότητα, δεν είναι ζητήματα ήσσονος σημασίας, απλώς είναι χαμηλότερης πολιτικής φόρτισης από την υφαλοκρηπίδα, αλλά και τη γνωστή μας δέσμη των θεμάτων που παγίως θέτει η Τουρκία.

Να προσθέσω ότι με ενόχλησε , ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη, η δημόσια εξαγγελία από την τουρκική κυβέρνηση της επικήρυξης των 8 Τούρκων αξιωματικών που έλαβαν πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα,  με την ενέργεια της αυτή, η Τουρκία δίδει χρηματική αμοιβή, ένα σημαντικό οικονομικό κίνητρο σε όσους εμπράκτως  θελήσουν να αμφισβητήσουν την ελληνική έννομη τάξη, το ευρωπαϊκό νομικό κεκτημένο και τις διεθνείς περί πολιτικού ασύλου συμβάσεις. Η επικήρυξη συνιστά έμπρακτη επιβεβαίωση και όχι ένδειξη της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και σε νομικό πλαίσιο. Ήταν μια αρκετά προχωρημένη πολιτική απόφαση, η οποία αναμφισβήτητα μας προβληματίζει. Όπως έχουν εξελιχθεί οι σχέσεις Ελλάδος-Τουρκίας, κάθε επίσκεψη που δεν αφήνει πολύ κακή γεύση, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως θετική.

Θα ήθελα, επίσης, να συμπληρώσω ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο στο οποίο στηρίχθηκε η στρατηγική μας τα τελευταία 20 χρόνια δοκιμάζεται σοβαρά. Ειδικότερα, η ριζική αναθεώρηση της  εθνικής μας πολιτικής έναντι της Τουρκίας  ταυτίστηκε, εδώ και 20 χρόνια,  με την ορθή και  επιβεβλημένη  από τις τότε επικρατούσες συνθήκες  απόφαση «Κοινοτικοποίησης» των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Δρομολογήθηκε με τις Αποφάσεις Κορυφής της Ε.Ε. στο Ελσίνκι, το Δεκέμβριο του 1999. Άνοιξε, επίσης, ο δρόμος του -ιστορικής σημασίας- εγχειρήματος για  την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τον Οκτώβριο του 2005, βρήκε την πληρέστερη  καταγραφή  των, έναντι της Ελλάδος  και της Κύπρου, δεσμεύσεων που  ανέλαβε η Τουρκία προκειμένου να ανοίξουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν,  δεκαπέντε  χρόνια αργότερα, κάνουμε μια αποτίμηση  των δεσμεύσεων  που ανέλαβε η Άγκυρα και των πράξεών της διαπιστώνουμε ότι: οι περισσότερες έναντι της Ελλάδος και της Κυπριακής Δημοκρατίας υποχρεώσεις που ανέλαβε δεν έχουν υλοποιηθεί.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο  υπήρξε, περίπου για δύο δεκαετίες, το θεμέλιο της πολιτικής μας  έναντι της Άγκυρας. Σήμερα, η ευρωπαϊκή  αυτή  διάσταση μ λόγω των εξελίξεων στην Ένωση κυρίως όμως  στην προβληματική πλέον δημοκρατία της Τουρκίας,  περιορίζεται και υποχωρεί. Εμείς, καλά κάνουμε και συνεχίζουμε να  λέγουμε δημόσια -μόνοι ξανά στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- ότι   «η πλήρης και συνολική εφαρμογή από την Τουρκία των δεσμεύσεων που έχει  αναλάβει θα την  οδηγήσει σε πλήρη ένταξη».  Άλλοι δρόμοι και λύσεις δεν ήταν και δεν είναι η δίκη μας βέλτιστη επιλογή. Παρότι γνωρίζουμε –η Άγκυρα επίσης το αντιλαμβάνεται- ότι σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την εξαίρεση ίσως της Ελλάδος και της Κυπριακής  Δημοκρατίας  για δικούς  τους λόγους, ουδείς συμφωνεί ή αποδέχεται ότι η  σημερινή Τουρκία του  Πρόεδρου  Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και της δικής του ομάδας, έχει  κοινά σημεία με την άλλη Τουρκία, που οι κύριοι Ερντογάν, Γκιουλ και Νταβούτογλου  έπεισαν ότι είχε θέση στην Ευρώπη.

Επιπλέον, αν λάβουμε υπόψη τη μετωπική πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ της ηγεσίας και του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας εναντίον ηγετών και χωρών κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να αντιληφθούμε ότι: η πολιτική της Ελλάδος που χαράχθηκε έναντι της Τουρκίας από το 1998 και μετά, χρήζει αναθεώρησης. Επιβάλλεται μια πλέον πραγματιστική  προσέγγιση  που αντανακλά την πραγματικότητα και όχι τις δικές μας επιθυμίες. Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, η ένταξη της γειτονικής μας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ορατή ούτε δε εφικτή.

Άρα, για ποια  ευρωπαϊκή πολιτική μιλάμε. Η Ελλάδα –προφανώς δε και η Κύπρος- θα εξακολουθούμε να λέγουμε -διότι αυτό μας συμφέρει-ότι  υποστηρίζουμε την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση. Έχοντας όμως συνειδητοποιήσει πλέον ότι είμαστε οι μόνοι που το πιστεύουμε . Κυρίως όμως ότι δεν πρόκειται να γίνει πραγματικότητα στο ορατό -για μια 30ετία τουλάχιστον- μέλλον. Χρειάζεται μια συνολική επαναχάραξη της ελληνικής πολιτικής απέναντι στην νέα Τουρκία. Εάν, ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, διολισθαίνουμε  προς τη «διμεροποίηση» του πλαισίου αναζήτησης λύσεων, τότε η πολιτική αυτή προϋποθέτει ένα θεμελιώδη όρο: την αποκατάσταση της κλονισμένης  ισορροπίας ισχύος, η οποία δεν είναι αποκλειστικά στρατιωτικής μορφής.

Θα ήθελα να κλείσω με τη σταθερή επισήμανση που υποβάλλω πάγια και σταθερά. Εύχομαι και βάσιμα ελπίζω ότι η επόμενη κυβέρνηση θα δώσει το οξυγόνο που χρειάζονται τα θεσμικά όργανα της πολιτείας που αφορούν στην ενημέρωση και συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων. Θα εφαρμόσει δηλαδή το γράμμα και το πνεύμα των νόμων που αφορούν το ΚΥΣΕΑ και το προβλεπόμενο από το άρθρο 81 του Συντάγματος Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής ως όργανο ενημέρωσης και ανταλλαγής απόψεων. Επίσης, τη σύσταση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας ή Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Σημασία δεν έχει το όνομα, όπως ορισμένοι νομίζουν, αλλά η ουσία. Το ΕΣΕΠ και το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας δεν γίνεται και δε πρέπει να είναι παρακολουθήματα της Βουλής.

ΠΜ: Ποια οφείλει να είναι η θέση και η στάση της Ελλάδας απέναντι στη Βόρεια Μακεδονία μετά τη κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών;

ΑΜ: Έχω επανειλημμένα διατυπώσει τον προβληματισμό μου για τις άμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις λόγω της αναγνώρισης μακεδονικής εθνότητας/ιθαγένεια/υπηκοότητας και γλώσσας.

Με τις  έξι συνταγματικές τροπολογίες, που επέβαλε στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας η Συμφωνία των Πρεσπών, φθάνουμε αισίως το σύνολο των 36 στο σύνταγμα της γειτονικής μας  χώρας  σε διάστημα  28 ετών. Προβλέπω ότι δεν είναι οι τελευταίες. Οι συνταγματικές   διευθετήσεις   που επεβλήθησαν, σύμφωνα με τη Συμφωνία της Αχρίδας τον Αύγουστο του 2001,  στόχευαν στην διατήρηση της ενιαίας πολιτειακής δομής και στην διατήρηση της ενιαίας κυριαρχίας της γειτονικής μας χώρας.

Σημασία, αναμφίβολα, έχει να τακτοποιείς τα προβλήματα από το παρελθόν. Να κλείνεις και να λύνεις ζητήματα. Αναμφίβολα ο συμβιβασμός και η αρχή «κέρδη  και για  τους δύο» (WIN- WIN)  είναι μια καλή βάση οποιασδήποτε ορθολογικής συμφωνίας  που δεν στηρίζεται στην κατίσχυση της δύναμης. Εξίσου σημαντικό  όμως είναι να προβλέπεις  την συμπεριφορά και τις μελλοντικές επιπτώσεις   του σημερινού «δούναι κα λαβείν». Να λαμβάνεις υπόψη την όχι αόρατη ή αδύνατη μεταβολή  και  αναδιαμόρφωση συνθηκών, επιρροής, συσχετισμών δυνάμεων  και συνδυασμού συμφερόντων γειτονικών μας χωρών με εξωβαλκανικούς παράγοντες σε βάθος μόλις 10 ή 20 χρόνων.

Πώς δηλαδή θεμελιώδη  ταυτοτικά θέματα που στην πραγματικότητα ανοίγεις (αναγνώριση μακεδονική γλώσσας και εθνότητας/ιθαγένειας/υπηκοότητας), ενώ επιδιώκεις να   κλείσεις άλλα, μπορούν κάτω από νέες συνθήκες  να σου δημιουργήσουν  το  νέο πρόβλημα.

Διαφωνώ ριζικά με όσους ισχυρίζονται ότι τα λεγόμενο ταυτοτικό Μακεδονικό ζήτημα διευθετήθηκε και διευκρινίστηκε  με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Εκτιμώ ότι στην πράξη συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Για πρώτη φορά, η Ελλάδα συνομολογεί -με διεθνή μάλιστα Συνθήκη-  ζητήματα μακεδονικής  ταυτότητας. Τώρα είμαστε στην αφετηρία  νέας εκκίνησης. Θυμίζω ότι  ολόκληρη η Ευρώπη σήμερα δοκιμάζεται, έχοντας στην κορυφή των εθνικών θεμάτων  το λεγόμενο ταυτοτικό. Δοκιμάζονται οι αντοχές των πυλώνων της, δηλαδή στη Γαλλία και στην Γερμανία του «πειθαρχημένου αναθεωρητισμού».

Η θέση μου είναι διαυγής, θεμελιωμένη και δημόσια διατυπωμένη μέσω του βιβλίου μου «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία-Η Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών» (Εκδόσεις Ι. Σιδέρης) σε πολιτικά ανύποπτο και αθώο χρόνο.

Δεν έχω δει τη σύσταση επίσημης Επιτροπής με συμμετοχή διπλωματών, νομικών και εμπειρογνώμων  για την παρακολούθηση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ειδικότερα για την παρακολούθηση της συμπεριφοράς των επισήμων αρχών και των κοινοβουλευτικών δυνάμεων της γειτονικής μας χώρας. Την καταγραφή των παρεκκλίσεων, παραβάσεων και παραβιάσεων της Συμφωνίας των Πρεσπών από την κυβέρνηση, τις αρχές και τις κοινοβουλευτικές πολιτικές δυνάμεις της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας. Η κακή εμπειρία που είχαμε με την καταδίκη μας από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (5-12-2011) μας υποχρεώνει, αν μη τι άλλο, την επόμενη φορά, εάν και εφόσον απαιτηθεί, να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι.

Η  Συμφωνία, μετά την κύρωσή της από τη Βουλή των Ελλήνων, δεν μπορεί να ανοίξει για διαπραγμάτευση ή να ακυρωθεί. Ακόμα και στην περίπτωση που ανοίξει για διαπραγμάτευση, υποχρεωτικά, δεσμευτικά και ρητώς εξαιρούνται τα θεμελιώδη τετελεσμένα της: ήτοι το όνομα, η ταυτότητα (γλώσσα, εθνικότητα, υπηκοότητα), ένταξη στο ΝΑΤΟ και ενταξιακές διαπραγματεύσεις στην Ε.Ε. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα αναθεωρητική των Διεθνών Συνθηκών και, συνεπώς, η επόμενη κυβέρνηση υποχρεώνεται, έστω και εάν δεν το θέλει, να εφαρμόσει τη Συμφωνία. Θυμίζω πάντως ότι ο πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επανειλημμένα ξεκαθαρίσει ότι η κυβέρνησή του θα αξιοποιήσει όλα τα νομικά, πολιτικά και διπλωματικά όπλα που θα έχει στη διάθεσή της προκειμένου να επιτύχει βελτίωση ή τουλάχιστον ερμηνεία των επαχθών περί μακεδονικής γλώσσας και μακεδονικής εθνότητας δουλειών που, με δική της βούληση, δέσμευσε την Ελλάδα η παρούσα κυβέρνησή. Υπενθυμίζω απλά ότι το 1944 αυτά τα δύο στοιχεία, σε συνδυασμό με τις αποφάσεις και τις διακηρύξεις του ΑΣΝΟΜ (Αύγουστος 1944), απετέλεσαν την πλέον επιθετική μορφή αλυτρωτισμού και προπαγάνδας.

Η μάχη θα δοθεί σε όλα τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήτοι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, βεβαίως, το Συμβούλιο των Υπουργών. Υποχρεούμαι να σημειώσω ότι πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα η επιτυχής έκβαση του οποίου δεν προεξοφλείται. Όμως, όποιος πιστεύει στο δίκαιο των θέσεών του και αγωνίζεται για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων, αισθάνεται να πολλαπλασιάζονται και οι δυνατότητές του και οι ευκαιρίες. Εγώ την αποκαλώ την μάχη των 70 ΝΑΙ και 70 ΟΧΙ. Δηλαδή, χρειάζονται 70 ναι της Ελλάδος για να ανοίξουν και να κλείσουν τα 35 Κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας στην Ε.Ε. Το «ναι»  μπορεί να γίνεται «όχι» προκειμένου να πετύχουμε το στόχο μας. Καμία διμερής ή πολυμερής συμφωνία δεν μπορεί να στερήσει, από την Ελλάδα και οποιοδήποτε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το θεμελιώδες αυτό δικαίωμά του. Με ανησυχεί, επίσης, ότι η κυβέρνησή μας άνοιξε το νέο ταυτοτικό Μακεδονικό Ζήτημα σε μια εποχή που σε όλη την Ευρώπη το ζήτημα της ταυτότητας είναι το κυρίαρχο.

ΠΜ: Ενδέχεται να υπάρξει αλλαγή ή αναδιάρθρωση συνόρων στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων και τι θα συνεπάγεται αυτό;

ΑΜ: Η  αναθεώρηση  θεμελιωδών Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας (π.x. Απόφαση  Σ.Α. 1244 για Σερβία και Κόσοβο) για τα Βαλκάνια, καθώς  και η πιθανή Συμφωνία για αλλαγή συνόρων,  με οδηγούν σε ένα συμπέρασμα: με ή χωρίς διεθνείς Συμφωνίες τα Δυτικά  Βαλκάνια θα εξακολουθήσουν να χαρακτηρίζονται από  αστάθεια. Επιλογών, πολιτικών ακόμη και συνόρων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι σχέσεις του Κοσόβου με την Σερβία. Πριν από μία δεκαετία περίπου, το Κόσοβο αποσχίστηκε από τη Σερβία και έγινε ανεξάρτητο κράτος. Δεν αναγνωρίστηκε από τη Σερβία. Σήμερα, μετά δέκα χρόνια δηλαδή, Βελιγράδι και Πρίστινα, με τη στήριξη των ΗΠΑ  και σημαντικών παραγόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – αλλά και τη σιωπηρή συμφωνία  της Ρωσίας- δρομολογούν  επισήμως  ανταλλαγή εδαφών και επαναχάραξη συνόρων. Η συμφωνία είναι προ των πυλών.

ΠΜ: Πως βλέπετε τις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου και ποια η σχέση σας με την Ευρώπη;

ΑΜ: Οι Ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου είναι η Μητέρα όλων των μαχών για την Ευρώπη. Όχι για μια άλλη Ευρώπη, αλλά για το δικό μας, κοινό μας, σπίτι. Είναι λάθος, όπως δυστυχώς πολλοί νομίζουν, ότι οι εκλογές αυτές αφορούν κάποιους άλλους. Σε πολύ μεγάλο βαθμό οι κατευθύνσεις και αποφάσεις των Βρυξελλών ορίζουν και προσδιορίζουν το δικό μας μέλλον, τη ζωή μας και τη ζωή των παιδιών μας. Για τη δική μας γενιά και για τις γενιές που ακολουθούν.

Για κάποιους από εμάς, η θεμελιώδης αυτή επιλογή ταυτότητας ξεκίνησε πολύ νωρίς. Στα χρόνια της δικτατορίας. Η στοχοποίησή σου ως ευρωπαϊστή από το Σπουδαστικό της Ασφάλειας σήμαινε και την αυτόματη ταυτοποίησή σου ως «εχθρού και ύποπτου προς την Εθνική Επανάσταση». Για τη γενιά μας, η Ευρώπη ήταν σταθερά ο τρίτος δρόμος. Δεν οδηγούσε στη Γη της Επαγγελίας. Οδηγούσε όμως, σίγουρα, σε μια κοινότητα αξιών και ιδεών, μια κοινότητα κρατών και εθνών που είχαν ορισμένα, διακριτά σε σχέση με τη χούντα, στοιχεία: Δημοκρατία, Ελευθερία, Ανθρώπινα Δικαιώματα, Βουλή, Βουλευτές, Ελευθεροτυπία.

Η Ευρώπη είχε για εμάς δύο πόλους έλξης. Μιας γλυκιάς έλξης που έδινε την αίσθηση –ή αν θέλετε την ψευδαίσθηση– μιας λύτρωσης που άξιζε την προσωπική θυσία. Η μία Ευρώπη, το Συμβούλιο της Ευρώπης, με έδρα το Στρασβούργο. Η άλλη, η τότε ΕΟΚ, στις Βρυξέλλες. Θυμίζω σε εκείνους που ο πολιτικός τους αντίπαλος είναι η διάκριση, η γνώση, η ιστορία και ο πολιτισμός, ελληνικός και ευρωπαϊκός, ότι:

Πρώτον, οι Βρυξέλες πάγωσαν τη Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδος με την ΕΟΚ μετά την επιβολή του στρατιωτικού καθεστώτος. Ένα απολυταρχικό και αντιδημοκρατικό καθεστώς ήταν ασυμβίβαστο τόσο με το γράμμα και το πνεύμα της Συμφωνίας των Αθηνών (6-9 Ιουλίου 1961), όσο και με το Προοίμιο της Ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης (25 Μαρτίου 1957).

Δεύτερον, το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έδωσαν το ισχυρότερο ράπισμα στο ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό καθεστώς των Αθηνών. Η «εθελουσία αποχώρηση» της Ελλάδος από το Συμβούλιο της Ευρώπης –τον παλαιότερο Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διακυβερνητικής Συνεργασίας– έγινε μία ημέρα πριν από την επίσημη αποπομπή της. Να θυμίσω ότι τον «θριαμβευτή» του Στρασβούργου, τότε υπουργό Εξωτερικών Παναγιώτη Πιπινέλη, υποδέχθηκε στο αεροδρόμιο ο δικτάτορας-πρωθυπουργός Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο  ότι στη διάρκεια της δικτατορίας, πέραν των γνωστών παράνομων αντιστασιακών οργανώσεων, ιδρύθηκαν δύο σύλλογοι-οργανώσεις στα όρια της νομιμότητας. Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων και η Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων. Ο ευρωπαϊκός  προσανατολισμός ήταν ο υψηλότερος κοινός μας παρονομαστής.

Η γενιά μου  αναμφίβολα είναι η γενιά των Ευρωπαϊστών. Σήμερα είμαι ρεαλιστής. Δέχομαι αναμφίβολα ότι η σημερινή Ευρώπη έχει χάσει τη θέση της ως ισχυρός πόλος έλξης.

Το μήνυμά μου, γιατί δεν καταφεύγω σε συνθήματα και σε πυροτεχνήματα, είναι απλό και ίσως αυτονόητο «για μια ασφαλή Ελλάδα σε μια Ευρώπη με ανθρωπιά». Εξηγούμαι: η Ελλάδα μπορεί να νιώθει ασφαλής εφόσον είναι μέλος του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια χώρα που συνδιαμορφώνει τις αποφάσεις και την πολιτική της Ένωσης  και δεν παρακολουθεί ως παρατηρητής τις αποφάσεις άλλων. Έχουμε διερωτηθεί πού θα βρισκόταν η Ελλάδα εάν είχε επικρατήσει ως πολιτική απόφαση το ιδεολόγημα εξόδου από την Ευρώπη που ήταν συνέπεια μιας επιπόλαιης, διχαστικής, αλλοπρόσαλλης πολιτικής που σαν μονόδρομο προέβαλε η κυβέρνησή μας τον Ιούλιο του 2015; Εμείς τότε εκφράζαμε ειρηνικά στο Σύνταγμα ότι «Μένουμε Ευρώπη». Εκείνοι μας λοιδορούσαν και μας ενέπαιζαν ως «γερμανοτσολιάδες» κ.λπ.  και παρομοίαζαν τη δική μας Ευρώπη σαν απευκταίο προορισμό. Θα σας πω κάτι που δεν είναι ευρύτερα γνωστό. Ο ΠτΔ κος Προκόπης Παυλόπουλος έπαιξε τότε καθοριστικό ρόλο προκειμένου το ακυβέρνητο πλοίο που λεγόταν Ελλάς να αγκυροβολήσει πάλι στο ασφαλές λιμάνι που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση. Να σας θυμίσω ότι εκείνη τη Κυριακή κάποιες πολιτικές προσωπικότητες χόρευαν με αγαλλίαση στην Πλατεία Συντάγματος, για να χαιρετίσουν την επικράτηση του «Όχι»; Αυτά δεν τα ξεχνώ και δεν τα συγχωρώ. Η πιο σκληρή δοκιμασία για τη δική μου γενιά ήταν εκείνες οι μέρες, που η ανικανότητα, η ανευθυνότητα και η ιδεοληψία μας υποχρέωσαν να κάνουμε ουρά 2-3 φορές την εβδομάδα για να πάρουμε 50 ευρώ από την  τράπεζα. Αυτό δεν το ξεχνώ. Δεν συγχωρώ. Ήταν οι πιο ντροπιαστικές στιγμές που έχω νιώσει. Σε ώριμη ηλικία. Αυτές είναι οι δυνάμεις οι αντιλαϊκές, κατ’ ευφημισμό λαϊκιστικές, με τις οποίες θα αναμετρηθούμε στις 26 Μαΐου.

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω επίσης ότι ασφαλώς δεν είμαι ικανοποιημένος με την εικόνα της Ευρώπης την τελευταία δεκαετία. Παραπαίει. Η επιστροφή στις ανθρωπιστικές αρχές και αξίες και η ενίσχυση της αλληλεγγύης και της αίσθησης του κοινού συμφέροντος είναι συνθήκη αναγκαία και απαραίτητη για να αποτελέσει εκ νέου η δική μας Ευρώπη πόλο έλξης των λαών της και πηγή έμπνευσης.