21ος Αιώνας: Νέες προκλήσεις και νέες μέθοδοι και στρατηγικές
Μετά από δύο σκληρούς και αιματηρούς παγκοσμίους πολέμους μεταξύ κυρίως ευρωπαϊκών χωρών, τα κράτη της γηραιάς ηπείρου -μεταξύ των οποίων και οι άλλοτε Μεγάλες Δυνάμεις- εμφάνισαν συντριπτική απώλεια ισχύος. Με συνέπεια, η Ευρώπη να περιέλθει υπό τον έλεγχο δύο νέων μεγάλων δυνάμεων, των «Υπερδυνάμεων», οι οποίες στο πλαίσιο ενός ψυχρού πολέμου που ακολούθησε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και για 40 περίπου χρόνια, προκάλεσαν βαθιά πόλωση, με την απειλή και τον φόβο ενός ενδεχομένου νέου ολοκληρωτικού πολέμου, κυρίως, εξαιτίας των πυρηνικών εξοπλισμών.
Ταυτόχρονα, ήρθε και η αντίσταση κατά της αποικιοκρατίας που σταδιακά ανάγκασε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να αποσυρθούν από τις πρώην κτήσεις τους στην Αφρική και την Ασία και, φυσικά, να απωλέσουν τα οικονομικά οφέλη που είχαν απ’ αυτές στη διάρκεια ενός αιώνος περίπου.
Υπό το βάρος των καταστροφών (υλικών, οικονομικών και πολιτικών), το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου «έφερε» μια νέα Ευρώπη, την Ευρώπη των Νέων Χρόνων, όπως την αποκαλεί ο Π. Κονδύλης. Η ευρωπαϊκή ενότητα επηρεάστηκε θετικά και αρνητικά από τις δύο Μεγάλες Δυνάμεις που αναδείχθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Επρόκειτο για κοσμοϊστορική τομή, η οποία έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία η οποία σήμανε το τέλος της κυριαρχίας της Ευρώπης στο Διεθνές Σύστημα και βρέθηκε σε μια κατάσταση ανάγκης που μπορούσε να δημιουργήσει συγκρούσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, αλλά επίσης θα μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες αλληλεγγύης ή διαμάχης.
Όπως τελικώς απεδείχθη, στην Ευρώπη επικράτησαν κεντρομόλες δυνάμεις, οι οποίες οδήγησαν σε προσπάθειες συνενώσεως και συνυπάρξεως, στο πλαίσιο συνεργασίας και αλληλεγγύης. Ο «φόβος» από την Ανατολή αντιμετωπίστηκε με τη συμμαχία των ΗΠΑ, μέσω κυρίως του ΝΑΤΟ, και την εν γένει ευρωατλαντική σύμπραξη.
Αυτή η εντυπωσιακή προσπάθεια της Ε.Ε. μπορούσε στο μέλλον να οδηγηθεί στη σύμπτυξη μιας κυρίαρχης πολιτικής οντότητας με ισχύ, ώστε να φέρει την Ευρώπη σε θέση να έχει κυρίαρχο ρόλο. Ήδη υπερέχει στην οικονομία, το εμπόριο και την τεχνολογία έναντι της Ανατολής, αν και παραμένει ενεργειακώς εξαρτημένη από τη Ρωσία, αφού η Σιβηρία και η κεντρική Ασία αποτελούν περιοχές με μεγάλο πλούτο πρώτων υλών.
Η απώλεια ισχύος- στρατιωτικής και οικονομικής- μαζί με τις μνήμες των καταστροφών των δύο παγκοσμίων πολέμων, ήταν οι κύριοι λόγοι των προσπαθειών για συνένωση των ευρωπαϊκών κρατών σε έναν υπερεθνικό οργανισμό που σήμερα έχει λάβει τη μορφή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Η Ε.Ε. αποτελεί μοναδικό παράδειγμα στην παγκόσμια ιστορία συνενώσεως και συνυπάρξεως κυρίαρχων κρατών μετά από μία συναρπαστική υπέρβαση σχέσεων όχι υπό πίεση, όπως συνέβαινε σε παλιές αυτοκρατορίες αλλά με τη βούληση κάθε κράτους. Ο Mark Leonard στο βιβλίο του 21ος: Ο αιώνας της Ευρώπης (ΚΡΙΤΙΚΗ,ΑΘΗΝΑ,2006) ευρέως αναλύει για ποιους λόγους ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας της «Νέας Ευρώπης» η οποία αναδύθηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, και από τις εμπειρίες του Ψυχρού Πολέμου.
Ειδικότερα, εξηγεί ότι είναι -εκ των πραγμάτων- υποχρεωμένα τα ευρωπαϊκά κράτη να ζήσουν ενωμένα, μέσα σε ένα περιβάλλον ειρήνης, ανθρωπιστικών ιδεών και δικαίου τα οποία θα αντικαταστήσουν τα μίση και τις συγκρούσεις των παρελθόντων αιώνων. Μέσα από αυτές τις αρχές και τη διαμόρφωση των κοινών αξιών η Ευρώπη εμφανίζεται πλέον στο παγκόσμιο περιβάλλον ως πόλος ειρήνης και δημοκρατίας και ευδαιμονίας, γεγονός που την καθιστά χώρο ελκυστικό για πολλούς ανθρώπους στον πλανήτη.

Τα βήματα της Ε.Ε. στην Κοινή Άμυνα
Η ιδέα για μία κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας τέθηκε επανειλημμένως στο παρελθόν, με διάφορες μορφές, με σημαντικότερη εκείνη της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (Τίτλος V) καθιερώθηκε η Common Foreign and Security Policy (CFSP) ως ο δεύτερος πυλώνας της Ένωσης.
Η ΚΕΠΠΑ αποτέλεσε το πλαίσιο που θα επέτρεπε στην Ε.Ε. να ανταποκριθεί στις ελπίδες που γέννησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και στις νέες προκλήσεις που ανέδειξαν οι ανατροπές που σημειώθηκαν στο διεθνές περιβάλλον, με τη συνακόλουθη αστάθεια σε περιοχές που γειτονεύουν με την Ένωση. Ο στόχος της ΚΕΠΠΑ είναι να καταστήσει την Ε.Ε. ικανή να παρουσιάσει μια ισχυρή και ενιαία θέση και να δράσει αποτελεσματικά για τα συμφέροντά της και, γενικά, για τα συμφέροντα της διεθνούς κοινότητας.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, η αμυντική διάσταση της ΚΕΠΠΑ ήταν περιορισμένη και στηριζόταν στο ΝΑΤΟ και τη ΔΕΕ. Σημαντικός αριθμός τροποποιήσεων εισήχθησαν με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, που τέθηκε σε ισχύ το 1999 και, από τότε, υπήρξε ανάλογη πρόοδος στα θέματα της ΚΕΠΠΑ.
Στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, περιλήφθηκε δήλωση της ΔΕΕ. σχετικά με το ρόλο της και τις σχέσεις της με την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, στην εισαγωγή της οποίας αναφέρεται ότι «…είναι ανάγκη να αναπτυχθεί μια αυθεντική European security and defence identity και να αναλάβει η Ευρώπη μεγαλύτερες ευθύνες για τα αμυντικά θέματα (…)».
Η ιδέα της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας ασφάλειας και άμυνας προήλθε από μια διπλή διαπίστωση:
Πρώτον, το γεγονός ότι, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον το οποίο χαρακτηριζόταν από πολλές εστίες αποσταθεροποίησης.
Δεύτερον, η σχετική μείωση της δέσμευσης των Ηνωμένων Πολιτειών στον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας, δημιούργησε ένα κενό το οποίο η Ευρώπη δεν ήταν σε θέση να καλύψει.

Με τη Συνθήκη της Νίκαιας, εισήχθησαν αρκετές τροποποιήσεις και νέα στοιχεία που αφορούν στην ΚΕΠΠΑ, όπως αναπτύσσεται στη συνέχεια, ενώ με τις τροποποιήσεις που εισήγαγε η Συνθήκη της Λισαβόνας η ΚΕΠΠΑ έλαβε πληρέστερη μορφή και αναμένεται να καταστεί αποτελεσματικότερη.
Η ΚΕΠΠΑ αποτελεί αφενός το θεσμικό πλαίσιο το οποίο δημιούργησε την ΕΠΑΑ αφετέρου το πολιτικό πλαίσιο το οποίο νομιμοποιεί τις δραστηριότητές της.
Με σκοπό την προώθηση της δυνατότητας της Ευρώπης να παίξει ένα περισσότερο αποτελεσματικό ρόλο για την ασφάλειά της και παράλληλα για την ενίσχυση του ΝΑΤΟ, συναντήθηκαν στις 3-4 Δεκεμβρίου 1998 στο Saint Malo (Γαλλία), οι ηγέτες της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Στη διακήρυξη που υπέγραψαν αναγνώρισαν τις αλλαγές που έχουν επέλθει στο περιβάλλον ασφάλειας και κάλεσαν την Ένωση να προχωρήσει στην ανάπτυξη της δυνατότητας αυτόνομης δράσης καθώς και των μέσων που απαιτούνται για το σκοπό αυτό. Για πρώτη φορά, οι αμυντικές επιδιώξεις της Ευρώπης αντιμετωπίστηκαν με τη στρατιωτική έννοια παρά με θεσμικές λεπτομέρειες.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας, τον Ιούνιο του 1999, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ενίσχυση της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας και στις αποστολές διαχείρισης κρίσεων .
Στον τομέα της ασφάλειας και άμυνας, το Ευρωπαϊκό δόγμα είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι κοινές στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν έχουν ως σκοπό την επέμβαση για την κατάληψη εδαφών, αλλά για τη διαχείριση κρίσεων. Δεν αναπτύσσονται για να ελέγξουν τρίτες χώρες, αλλά για να εξαλείψουν τις συνθήκες που θα οδηγούσαν σε πόλεμο.
Το ιστορικό υπόβαθρο
Ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους που μίλησε για την ανάγκη της συνένωσης των κρατών ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος το 1818, ως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, υπέβαλε προς την Ιερά Συμμαχία υπόμνημα με τίτλο « Προσχέδιο Ευρωπαϊκής συνεργασίας», στο οποίο ανέφερε τα εξής: «Θα ήταν εφικτή η συσπείρωση με τη συγκρότηση ενός υπερεθνικού οργανισμού που θα μπορούσε να καθιδρυθεί με διεύρυνση της Τετραπλής Συμμαχίας, ώστε να συμμετάσχουν όλα τα μικρά έθνη της Ευρώπης.

Στα Έθνη αυτά ο Οργανισμός θα έπρεπε να εγγυηθεί την εθνική αυτονομία και δικαιώματα τους, με συνεχή και έλλογη επικράτηση των φιλελευθέρων και δημοκρατικών ιδεών και όχι με τους ξεπερασμένους θεσμούς της βίας και τη βίαιη επιβολή των ισχυρών στους αδυνάτους».
Μία στρατιωτική εκστρατεία, για να είναι επιτυχημένη θα πρέπει να κατ’ αρχήν να βασίζεται στον έλεγχο και την προσαρμογή προς τις συνθήκες του περιβάλλοντος του θεάτρου πολέμου, δηλαδή των αποστάσεων, της μορφής του εδάφους και του κλίματος της περιοχής. Αυτά έχουν πάντοτε καταλυτική επίδραση στις επιχειρήσεις αφού σχετίζονται άμεσα με την προχώρηση και την επιβίωση των στρατευμάτων.
Σε πολλές περιπτώσεις, τα στοιχεία αυτά είχαν ως συνέπεια σημαντικό μέρος από τις ανθρώπινες απώλειες ενός πολέμου. Κύρια ιστορικά παραδείγματα αποτελούν η εκστρατεία του Ναπολέοντος στη Ρωσία, όπου οι μεγάλες αποστάσεις, το έδαφος και το κλίμα κατέβαλαν το στράτευμά του και μεγάλο μέρος της γαλλικής Μεγάλης Στρατιάς χάθηκε μέσα στα χιόνια και τον παγετό.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι η εκστρατεία του Χίτλερ και πάλι εναντίον της Ρωσίας, όπου οι μεγάλες αποστάσεις και το ακατάλληλο -για τα γερμανικά τεθωρακισμένα- λασπώδες έδαφος και οι χαμηλές θερμοκρασίες οδήγησαν σε αποτυχία.

Η νέα χιλιετία παρά την ανυπαρξία γενικών συρράξεων της μορφής των δύο παγκοσμίων πολέμων του 20ου αιώνα, δεν έμεινε χωρίς απειλές για την ασφάλεια και την άμυνα. Ο φόβος των ασύμμετρων απειλών είναι υπαρκτός, κυρίως για τις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, αλλά και τη Ρωσία, ακόμα και τη Μέση Ανατολή.
Οι ασύμμετρες πολεμικές ενέργειες περιλαμβάνουν τα όπλα μαζικής καταστροφής, πυρηνικά- ραδιολογικά, βιολογικά και χημικά. Τα όπλα αυτά μπορούν να επιφέρουν πλήγματα εναντίον στρατιωτικών δυνάμεων αλλά και πολιτών. Σύμφωνα με πληροφορίες των αρμόδιων υπηρεσιών ασφάλειας, η Ρωσία και η Κίνα εφοδιάζονται με τέτοια όπλα, όπως επίσης και μικρότερες χώρες Ιράν, Λιβύη, Σουδάν και Βόρεια Κορέα.
Στην αρχή του 21ου αιώνα, ο κόσμος όλος με έκπληξη πληροφορήθηκε ότι η μόνη παγκόσμια υπερδύναμη είχε δεχθεί τρομοκρατική επίθεση στο έδαφος της και μάλιστα στα κέντρα της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος της. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ανησυχία δεδομένου ότι διαπιστώθηκε ότι θα μπορούσαν μη κρατικές οντότητες χωρίς ιδιαίτερη ισχύ, να προκαλέσουν δυσανάλογα μεγάλα αποτελέσματα, χρησιμοποιώντας ασύμμετρα μέσα.
Η πράξη αυτή είχε ως επακόλουθα ένα δεύτερο πόλεμο στο Ιράκ αλλά και μια επιχείρηση στο Αφγανιστάν με στόχο την εξουδετέρωση τρομοκρατικών οργανώσεων.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάποιοι στον Αραβικό κόσμο μίλησαν για νέες σταυροφορίες. Στη δεύτερη μάλιστα περίπτωση, του Αφγανιστάν, υπήρξε γενικότερη εμπλοκή του ΝΑΤΟ και έτσι προκλήθηκε γενικότερη αστάθεια στη κεντρική Ασία.
Στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα επικράτησε μεγάλη περίοδος ειρήνης. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η ειρήνη και η σταθερότητα στο διεθνές σύστημα οφείλονταν στη στρατηγική αμοιβαίας αποτροπής, μεταξύ των δύο αντιπάλων Συνασπισμών, λόγω της πυρηνικής απειλής.
Σημαντικός παράγον για την επικράτηση της ειρήνης στο διπολικό σύστημα, υπήρξε η ίδρυση της ΕΟΚ το 1957, η οποία σταδιακά μετασχηματίστηκε και, από το 1993, αποτέλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), ενώ την ίδια εποχή έλαβε χώρα η διάλυση της ΕΣΣΔ και του Ανατολικού Συνασπισμού, οπότε εξέλειπε η εξ ανατολών απειλή.
Η κατάσταση αυτή δημιούργησε ένα αίσθημα ευφορίας στις χώρες της Ε.Ε. δεδομένου ότι δεν θα είχαν πλέον ανάγκη αποκτήσεως οπλικών συστημάτων και ύπαρξης μεγάλων στρατών. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες μίλησαν για ένα «μέρισμα ειρήνης», θεωρώντας ότι μια νέα εποχή αρχίζει για την ασφάλεια και τη σταθερότητα. Έτσι, θα είχαν τη δυνατότητα να μειώσουν τις αμυντικές δαπάνες και να διαθέσουν χρήματα για επενδύσεις και κοινωνικές δαπάνες.
Η όλη σχεδίαση της Δύσεως κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, είχε να κάνει με την απειλή που προερχόταν από την Ανατολή (ισχύς έναντι ισχύος) μεταξύ των δύο μεγάλων συνασπισμών, ειδικά στην κεντρική Ευρώπη. Αυτό, βεβαίως, είχε και τη θετική του πλευρά, καθ’ όσον διαμόρφωσε μια ισορροπία και ειρηνικό περιβάλλον λόγω της αμοιβαίας (πυρηνικής) αποτροπής.
Στα χρόνια που πέρασαν, έγιναν πολλές προσπάθειες, που συνεχίζονται, στο πλαίσιο της ενοποιητικής διαδικασίας και της ολοκληρώσεως της Ε.Ε.. Ωστόσο, πέρα από τις όποιες διαδικασίες εκείνο που λείπει στην Ένωση είναι μια κοινή ιδεολογία και στοχοθεσία στα οποία θα πιστεύουν όλα τα ευρωπαϊκά έθνη.
Όπως συνέβη στις ΗΠΑ από την αρχή της ανεξαρτησίας τους. Ο Μπρεζίνσκι σημειώνει -και μάλλον έχει δίκαιο- ότι σήμερα κανένας Ευρωπαίος πολίτης δεν έχει το πάθος και τη διάθεση να πεθάνει για την Ευρώπη, όπως ίσως θα έκανε για την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Οι λαοί της Ευρώπης δημιούργησαν θεσμούς που σέβονται τη διαφορετικότητά τους και μέσα σε αυτούς μπορούν να συνεργάζονται για τα κοινά τους συμφέροντα.

Παράλληλα, με τη συνθήκη του Μάαστριχτ τέθηκαν κριτήρια για την ένταξη νέων μελών. Αργότερα, καθορίστηκαν τα γνωστά ως κριτήρια της Κοπεγχάγης. Παρά την αυστηρότητά τους κυρίως σε ότι αφορά το δημοκρατικό πολίτευμα και το κράτος δικαίου, έγιναν δεκτές πρώην κομμουνιστικές χώρες ενώ υπήρχε η πρόθεση του αποκλεισμού κάποιων χωρών, όπως για παράδειγμα η Τουρκία, ώστε αυτή να μην μπορέσει να γίνει μέλος της Ε.Ε.
Τα πρώτα αιτήματα, ενώπιον των οποίων βρέθηκαν η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, προήλθαν από πρώην αντιπάλους τους. Με την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, οι νέες Δημοκρατίες βρέθηκαν προ της διπλής ανάγκης του -σε βάθος- μετασχηματισμού των ενόπλων δυνάμεών τους και της δημιουργίας νέων μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας.
Στο σημείο αυτό, όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς το ΝΑΤΟ, το οποίο επέδειξε εξαιρετικά μεγάλη ικανότητα προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των λαών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό η Συμμαχία δημιούργησε δύο αλληλοσυμπληρούμενα θεσμικά όργανα: το Συμβούλιο Συνεργασίας Βορειοατλαντικού (NACC), και τη Σύμπραξη για την Ειρήνη (PFP). Αυτά απετέλεσαν ένα βήμα διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ των πρώην μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας και των ανεξαρτητοποιηθέντων πρώην μελών της ΕΣΣΔ.
Ήταν τόσο μεγάλη η επιθυμία κάποιων χωρών, που μέχρι τότε ανήκαν στον Ανατολικό Συνασπισμό, να γίνουν μέλη της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ ώστε κάποιες απ’ αυτές (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία) συνήψαν ειδική συμφωνία που είναι γνωστή ως Συμφωνία του Βίζενγκραντ με στόχο να συνενώσουν τις προσπάθειές τους για να επιτύχουν την ένταξή τους.
Ένας σημαντικός λόγος ήταν το «κενό ασφάλειας» που δημιουργήθηκε στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και τη διάλυση του συμφώνου της Βαρσοβίας την 1η Ιουλίου 1991 και τη μη ύπαρξη υποκατάστατού του που να παρέχει κάποιες εγγυήσεις ασφάλειας.
Ειδικότερα, οι χώρες της Ανατολική Ευρώπης, πρώην μέλη του Ανατολικού Συνασπισμού, βρέθηκαν σε ένα περιβάλλον χαρακτηριζόμενο από αστάθεια από πολιτικής και στρατιωτικής πλευράς. Το γεγονός αυτό τις ώθησε στην αναζήτηση κάποιας ασφαλιστικής δικλίδας για την ασφάλειά τους.
Έτσι στράφηκαν προς το ΝΑΤΟ, το μόνο Οργανισμό που ήταν σε θέση να παράσχει αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας, επιθυμώντας την ένταξή τους στην ατλαντική συμμαχία, καθώς επίσης και στη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) που ήταν -τότε- ο «αμυντικός βραχίονας» της Ε.Ε., ενώ αργότερα ενσωματώθηκε στην Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΕΠΑΑ).
Η στρατηγική αντίληψη της Ατλαντικής Συμμαχίας
Αρχικά, η στρατηγική του ΝΑΤΟ συνοψιζόταν, γενικώς, στα ακόλουθα στοιχεία, όπως καθορίστηκαν κατά τη Σύνοδο Κορυφής του Λονδίνου, τον Ιούλιο του 1990:
• Κατευθυνόταν προς τη Σοβιετική Ένωση και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.
• Η φύση του δόγματος ήταν αμυντική.
• Αποτροπή, βασιζόμενη στη στρατιωτική ισχύ, περιλαμβανομένων και των πυρηνικών όπλων.
• Προωθημένη άμυνα, που περιλάμβανε την προστασία όλων των χωρών της Συμμαχίας και την αντίληψη της εύκαμπτης αντιδράσεως.
Η στρατηγική αυτή είναι προσαρμοσμένη προς τις αλλαγές που επήλθαν στο διεθνές σύστημα προκειμένου η Συμμαχία να ανταποκριθεί καλύτερα στην αποστολή της.
Στην αρχή, το ΝΑΤΟ απέφυγε να προχωρήσει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις και οποιαδήποτε υπόσχεση δεδομένου μάλιστα ότι υπήρχαν αντιδράσεις από την πλευρά της Ρωσίας. Το 1994 κατέστη δυνατή η προσέγγιση στο ΝΑΤΟ όλων αυτών των χωρών από τη Βαλτική μέχρι τον Καύκασο, μέσω της συμπράξεως για την ειρήνη (Partnership for Peace- PfP).
Η πρωτοβουλία ανήκε στον τότε Πρόεδρο της Τσεχοσλοβακίας. Χάβελ, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1990 ξεκίνησε τις προσπάθειες στενότερης συνεργασίας των τριών χωρών με κύριο στόχο την «επιστροφή στην Ευρώπη». Οι τρείς αυτές χώρες, που μετά το «βελούδινο» διαζύγιο της Τσεχοσλοβακίας σε Τσεχία και Σλοβακία έγιναν τέσσερις, βρίσκονται μεταξύ της Δυτικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως εκτεινόμενες από τη Βαλτική στο Βορρά έως τα Βαλκάνια στο Νότο.
Οι ηγέτες των χωρών αυτών υπέγραψαν στις 11 Ιανουαρίου 1991 στη Βουδαπέστη συμφωνία με την οποία αποδέχτηκαν την επέκταση της τριμερούς συνεργασίας, ενώ στις 15 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους υπέγραψαν στο Βίζεγκραντ της Ουγγαρίας, το ομώνυμο σύμφωνο.
Οι προκλήσεις ασφάλειας είναι λιγότερο φανερές και περισσότερο αμφίβολες, γιατί βρίσκονται πίσω από την ομίχλη της αστάθειας. Απαιτούν όμως μια απάντηση περισσότερο αποτελεσματική γιατί τα προβλήματα υπάρχουν. Η άμυνα αποτελεί για τον σημερινό κόσμο μια όχι ευχάριστη πολιτική, καθώς είναι συνδεδεμένη με αναμνήσεις βίας, καταστροφής και θανάτου.
Καθώς, μέχρι την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, το Φεβρουάριο του 2022, το περιβάλλον, ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, παρουσίαζε σημαντική ύφεση, οι δαπάνες για την άμυνα έμοιαζαν σαν μια πολυτελής «επένδυση» που θα απορροφούσε πόρους του κράτους από άλλες κοινωνικές ανάγκες.
Επρόκειτο για μια θέση λογική, αν και εσφαλμένη. Κατά πρώτο, διότι σε πολλές περιπτώσεις, η ειρήνη διατηρείται χάρις στην ύπαρξη μιας εμφανούς στρατιωτικής δυνάμεως. Επίσης, διότι οι ένοπλες δυνάμεις αποτελούν μια «ασφάλεια κατά κλοπής» σε εθνική κλίμακα. Αυτό σημαίνει ότι αξίζει περισσότερο να πληρώνει κανείς μικρά ποσά κάθε τόσο, παρά να τα χάνει όλα σε μια απροσδόκητη περίπτωση.
Σε μια πετυχημένη μεταφορά, ένας υπουργός Άμυνας ευρωπαϊκής χώρας είπε «σχεδόν κανείς δεν περιμένει να ληστευτεί για να τοποθετήσει πόρτα ασφαλείας στο σπίτι του.
Ούτε και στην περίπτωση της άμυνας μπορούμε να περιμένουμε». Το πρόβλημα είναι ότι, η άμυνα -ένας ευφημισμός του πολέμου επικυρωμένη μέχρι σήμερα ως νόμιμο δικαίωμα από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών- έχει μεταβληθεί σε φαινόμενο «στιγματισμένο».
Παρά το γεγονός ότι τα υπουργεία Πολέμου, άλλαξαν το όνομά τους σε Υπουργεία Άμυνας. Γιατί άμυνα και πόλεμος είναι στην πράξη έννοιες αδιαχώριστες, ακόμη και όταν ο πόλεμος γίνεται για να φέρει την ειρήνη. Όπου υπάρχουν στοιχεία ενόπλων δυνάμεων, υπάρχει γύρω τους, υπήρχε ή μπορεί να υπάρξει βία.
Το γεγονός αυτό απαιτεί από τους αρμοδίους ενός τομέα, τόσο σημαντικού για την επιβίωση του κράτους, να καταβάλλουν το μέγιστο των δυνάμεων και προσπαθειών σε σχέση με άλλους τομείς.
Για να καταστεί δυνατό να πεισθούν οι πολίτες ότι το έργο των ενόπλων δυνάμεων δεν είναι απλώς σημαντικό, αλλά και ζωτικό και να αντιληφθούν την ιδιόμορφη φύση τους, ως οργάνου ισχύος στις περιόδους ειρήνης και μηχανισμού που θα φέρει τη νίκη σε περίπτωση πολέμου.
Από τον Β’ Παγκόσμιο στο σημερινό πλαίσιο
Προ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο «πόλεμος» αποτελούσε ένα αντικείμενο που αναλυόταν σε στρατιωτικές ακαδημίες και σχολές πολέμου. Στις επόμενες δεκαετίες, ο πόλεμος επηρέασε τις κοινωνικές και πολιτικές δράσεις των κρατών, ενώ παράλληλα επηρέασε ένα σύνολο κανόνων και συμβατικών αντιλήψεων που οι στρατιωτικοί έπρεπε να εφαρμόζουν.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, υπήρχε πλέον ένα συγκεκριμένο μέτωπο που διαχώριζε τους δύο μεγάλους συνασπισμούς, κυρίως στην κεντρική Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση, κατά την μεταπολεμική εποχή, εμφανίστηκαν ανατρεπτικές δράσεις διαφόρων εθνοτήτων που επιζητούσαν την ανεξαρτητοποίησή τους, κυρίως στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια.
Ομοίως στην Άπω Ανατολή, όπου ο πόλεμος της Κορέας ήταν η πρώτη πολεμική σύγκρουση μετά το Β’ Παγκόσμιο. Στην Αφρική, υπήρξαν επαναστατικοί αγώνες για την απελευθέρωση από την επικυριαρχία ευρωπαϊκών κρατών. Στην Ελλάδα, η κομμουνιστική ανταρσία με στόχο τη βίαια κατάληψη της εξουσίας, οδήγησε σε έναν αιματηρό και καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο στα τέλη της δεκαετίας του 1940.
Ο Τζέφρι Πάρκερ (Γεωπολιτική, Ροές, Αθήνα, 1998) γράφει ότι «από τον ανταγωνισμό μεταξύ Ρωσίας και Αυστροουγγαρίας στα Βαλκάνια προέκυψε ένας Παγκόσμιος Πόλεμος, κυρίως, διότι οι Γερμανοί αμφισβήτησαν τη ναυτική ισχύ των Βρετανών.

Επίσης, ότι ο Β’ Παγκόσμιος αποτέλεσε διπολική αντιπαράθεση εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου, μεταξύ της αγγλογαλλικής συμμαχίας, η οποία υποστήριζε την τότε υφιστάμενη τάξη πραγμάτων και της Γερμανίας, η οποία εμφάνιζε επεκτατικές τάσεις, που όμως έρχονταν σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες θέσεις των Άγγλων και των Γάλλων.
Η γερμανική στρατηγική συνίστατο στην αντιστάθμιση της σχετικής αδυναμίας που παρουσίαζε η θέση της χώρας στο παγκόσμιο περιβάλλον καθώς και την επίτευξη ηγεμονικής θέσεως στην ευρωπαϊκή ήπειρο μέσω της θεωρίας του ζωτικού χώρου (Lebensraum),την οποία είχαν αναπτύξει Γερμανοί γεωπολιτικοί. Από την πλευρά του ο Βρετανός γεωπολιτικός Μακίντερ, στήριζε τη θεωρία του στη διάκριση μεταξύ θαλάσσιας και χερσαίας ισχύος.
Η εμφάνιση των μέσων μαζικής καταστροφής ανάγκασαν τα κράτη- κατ’ αρχήν τις Μεγάλες Δυνάμεις- να εξετάσουν το πρόβλημα ενδεχομένων συρράξεων του μέλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό ιδρύθηκε στη Δύση το ΝΑΤΟ, με σκοπό την άμυνα του Δυτικού Κόσμου, κατ’ αρχήν στην Ευρώπη. Όπως αναφέραμε, ήδη τη θεωρητική βάση της ιδρύσεως του ΝΑΤΟ είχε θέσει από το 1943 ο Βρετανός Γεωπολιτικός Μακίντερ με την εξής διατύπωση….. Ο αμυντικός οργανισμός του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), την θεωρητική βάση του οποίου έθεσε το 1943 ο Μακίντερ μιλώντας για τη « βορειοατλαντική περιοχή».
Η στρατηγική, σύμφωνα και με τις σοβιετικές και κινεζικές απόψεις, εμπεριείχε τους κανόνες διεύθυνσης των επιχειρήσεων και τη διεύθυνση της συνολικής δράσεως του κράτους, ως υψηλή στρατηγική.
Προς τούτο, απαιτείται ευρεία συνεργασία του πρωθυπουργού με τους αρχηγούς των γενικών επιτελείων, για τον καθορισμό των στόχων και των κυρίων κατευθύνσεων δράσεων του κράτους τόσο κατά την ειρήνη όσο και στην περίπτωση πολεμικής συρράξεως.
Στο πλαίσιο αυτό, η Στρατηγική ενεργοποιεί ένα σύνολο επιμέρους στρατηγικών όπως: στρατιωτική, πολιτική, διπλωματική, οικονομική. Σε όλες αυτές τις στρατηγικές πρέπει να εφαρμόζονται οι «βασικές αρχές» της κλασσικής ή στρατιωτικής στρατηγικής ήτοι: Οικονομίας δυνάμεων, Ελευθερίας ενεργείας, Συγκεντρώσεως.
Όλα τα κοινωνικά- πολιτικά κινήματα που είχαν προηγηθεί του Β’ ΠΠ (κομμουνισμός, φασισμός, ναζισμός) βάσιζαν την επιτυχία τους σε κάποια ιδεολογία που μετέφεραν στις μάζες προκειμένου να τις κινητοποιήσουν.
Ο Ελεύθερος Κόσμος της Δύσης δεν ανέπτυξε κάποια ιδεολογία. Την «έλλειψη» αυτή την κάλυψε με αυτό που αποκαλούμε «πολιτισμό».
Την βάση του δυτικού πολιτισμού αποτέλεσε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός μέσω του οποίου μεταδόθηκαν στη Δύση και ευρύτερα στον κόσμο η ελληνική φιλοσοφία και επιστήμες καθώς και οι ιδέες της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού, η ηθική και ο Χριστιανισμός. Αυτός ο πολιτισμός αποτέλεσε τη βάση της συνενώσεως των ευρωπαϊκών κρατών, όπου εντάχθηκαν και αρκετές χώρες από την Ανατολή, αφού απέκτησαν δημοκρατικούς θεσμούς σύμφωνα με τα κριτήρια της ευρωπαϊκής ενώσεως.
Εκείνο που γίνεται από όλους, γενικά, αντιληπτό είναι ότι η ειρήνη και ασφάλεια εξαρτώνται από τον τρόπο που θεωρούμε τον κόσμο και τις ανθρώπινες κοινωνίες αλλά και από τις νοοτροπίες που βασίζονται στις παραδόσεις και τις εμπειρίες και εκείνα που τις επηρεάζουν. Όλα αυτά διαμορφώνονται από τα κράτη μέσα από την πληροφόρηση και ενημέρωση που λαμβάνουν και οι οποίες βέβαια δεν είναι πάντοτε ακριβείς ή επαρκείς.
Η προσφορά των διανοητών
Από τις παλαιότερες εποχές διακρίνουμε διάφορες καθοριστικές αιτίες πολεμικών συγκρούσεων. Κάποιοι διανοητές διατύπωσαν θεωρίες για τον πόλεμο, την ειρήνη και τις διεθνείς σχέσεις. Αρχίζοντας από τον Μακιαβέλλι και συνεχίζοντας με τον Hobbes και συνεχίζοντας με τους μεταγενέστερους Hugo Grotious και Emmanuel Kant.
Οι οπαδοί του Grotious ως ορθολογιστές θεωρούν σημαντική τη συνεργασία. Η πλευρά του Μακιαβέλλι όπως και του Hobbes, αισιόδοξη, θεωρούν ότι το κρίσιμο σημείο είναι η εξουσία. Τέλος οι Καντιανοί, αισιόδοξοι, θεωρούν ότι είναι ζωτικής σημασίας οι ιδέες και οι οικονομικές δομές. Επί των αναλύσεων αυτών διατυπώθηκαν πολλές θεωρητικές συζητήσεις για τις διεθνείς σχέσεις και το πώς τα κράτη προσεγγίζουν τα διάφορα ζητήματα.
Εξετάζοντας αυτές τις τρείς θεωρήσεις (του Hobbes ,του Grotious και του Kant), που τέθηκαν από τη μελέτη του διεθνούς συστήματος, διαπιστώνουμε την ύπαρξη κάποιας αλληλεξάρτησης μεταξύ των επιστημονικών αλλαγών στο πλαίσιο εννοιολογικών καινοτομιών.
Στη διεθνή τάξη, αυτές οι κοσμοθεωρήσεις και το σύνολο των επιδράσεων, που είχαν στα ζητήματα της ασφάλειας, επέφεραν αλλαγές κυρίως στις αρχές του 21ου αιώνα. Αλλαγές τις οποίες μπορούμε να τις δούμε με βάση την τάση για κοσμοθεωρήσεις που προσέφεραν οι Hobbes , Grotious και Kant.
Από το 1945 μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα στις φυσικές επιστήμες, τη φιλοσοφία, τη νομοθεσία και τις νομικές εξελίξεις, αλλά ακόμη και στην ιστορία και τις τέχνες. Αυτοί οι τρεις διανοητές υπήρξαν μάρτυρες μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων που έφεραν σημαντική τομή στην ευρωπαϊκή επιστημονική και πνευματική ιστορία.
Αυτός είναι ο λόγος που αυτοί συμβάλλουν σε εννοιολογικές καινοτομίες, οι οποίες εξακολουθούν και σήμερα να επηρεάζουν τις διεθνείς σχέσεις όπως για παράδειγμα οι αλλαγές που έφεραν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τις ριζικές μεταβολές στο διεθνές σύστημα που ήταν καθοριστικές για τη διεθνή τάξη και την ασφάλεια.
Τα όσα συνέβησαν στην Ευρώπη από το 1980 και μετά υπήρξαν καθοριστικά για την ίδια και την παγκόσμια ιστορία, επιφέροντας μία σημαντική στροφή. Εκείνο που είναι πολύ σημαντικό είναι ότι η στροφή αυτή δεν προήλθε ούτε από επανάσταση ούτε από πόλεμο, όπως είχε συμβεί σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν, οι οποίες είχαν οδηγήσει στη διεθνή τάξη που επέβαλε το σύστημα της Βεστφαλίας, της Βιέννης και των Βερσαλλιών.
Αυτή η στροφή στα τέλη του 20ου αιώνα ήταν ένα ειρηνικό πρότυπο για την παγκόσμια αλλαγή.
Ο αμυντικός σχεδιασμός κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου είχε ως κύριο στόχο την αντιμετώπιση της απειλής που προερχόταν από την Σοβιετική Ένωση. Έτσι τα επιτελεία των δυτικών χωρών κυρίως στις δεκαετίες του 50’ και εκείνης του 80’, το ΝΑΤΟ και οι διάφοροι οργανισμοί στρατηγικής αναλύσεως μελετούσαν και σχεδίαζαν με βάση τα μέσα που διέθεταν για την αντιμετώπιση της απειλής.
Ο Kenneth Waltz σημειώνει ότι η μονοπολικότητα (unipolarity) αποτελεί τη σοβαρότερη περίπτωση δημιουργίας αστάθειας, δεδομένου ότι, ακόμα και όταν η μοναδική μεγάλη δύναμη ενεργεί με καλή πρόθεση, οι άλλες δυνάμεις θα διατηρούν την ανησυχία και ανασφάλειά τους για τις μελλοντικές της προθέσεις και ενέργειες, εξαιτίας της απουσίας ελέγχου και εξισορρόπησης και, κυρίως, μιας ισότιμης δύναμης που θα μπορούσε να την περιορίσει.
Αναφέρει δε διάφορα ιστορικά παραδείγματα, από τον Ναπολέοντα μέχρι τον Χίτλερ, οι οποίοι, αποκτώντας μεγάλη ισχύ, ενήργησαν επεκτατικά με στόχο την κατάκτηση και κυριαρχία, προκαλώντας έτσι την ανάγκη εξισορρόπησης στη διεθνή κατανομή ισχύος.
Η «ήπια εξισορρόπηση» (soft balancing) είναι ένας όρος που προστέθηκε στη θεωρία της ισορροπίας ισχύος κατά τα τελευταία χρόνια, αναφερόμενος στην επιδίωξη της εξισορρόπησης μέσω μη στρατιωτικών μέσων.
Ήπια εξισορρόπηση έχουμε, όταν αδύνατα κράτη διαπιστώνουν ότι η κυριαρχία και η επιρροή ενός ισχυρότερου κράτους είναι ανεπιθύμητη, αλλά το στρατιωτικό πλεονέκτημα του ισχυρότερου κράτους είναι τόσο καταλυτικό που καθιστά αδύνατη την επιδίωξη ισορροπίας με παραδοσιακά μέσα. Στο πλαίσιο της ήπιας εξισορρόπησης το αποτέλεσμα επιδιώκεται όχι μέσω στρατιωτικών προσπαθειών αλλά μέσω του συνδυασμού οικονομικών, διπλωματικών και θεσμικών δράσεων.
Το αντίθετο της ήπιας εξισορρόπησης είναι φυσικά η «σκληρή εξισορρόπηση» αλλά επίσης και αυτό που αποδίδεται με ένα σχετικά νέο όρο, το bandwagoning. Ο τελευταίος αναφέρεται στις ενέργειες ενός αδύναμου κράτους να προσεταιριστεί μια ισχυρότερη δύναμη ή έναν ισχυρό συνασπισμό κρατών στο πλαίσιο της ισορροπίας ισχύος.
Ειδικότερα, πρόκειται για την περίπτωση που αδύναμα κράτη διαπιστώνουν ότι το κόστος της αντιμετώπισης μιας ισχυρότερης δύναμης ξεπερνά τα οφέλη που ενδεχομένως θα υπήρχαν. Ωστόσο, η περίπτωση αυτή μπορεί να εμπεριέχει κινδύνους, δεδομένου ότι δίνει τη δυνατότητα σε ένα αδύναμο κράτος να αυξήσει την σχετική ισχύ του έναντι ισχυρότερων πιθανών αντιπάλων του, οι οποίοι είναι φυσικό να ανησυχήσουν από την άνοδο της ισχύος του.

Ο «πόλεμος» των επιχειρήσεων
Στον 21ο αιώνα, μια νέα εποχή κατακτήσεων και ένας συνεχής πόλεμος έχουν ξεκινήσει. Τώρα όμως δεν είναι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των κρατών που διεξάγουν αυτόν τον πόλεμο. Τον έλεγχο έχουν μεγάλα επιχειρησιακά συγκροτήματα ιδιωτών και χρηματιστηριακοί όμιλοι.
Όλοι αυτοί έχουν εξασφαλίσει τη συγκέντρωση και τον έλεγχο του παγκοσμίου κεφαλαίου και με τον τρόπο αυτό της παγκόσμιας οικονομίας. Στην κατάσταση αυτή, έχει συμβάλει η παγκοσμιοποίηση που έχει παρασύρει τα κράτη με τη δυναμική της. Αυτό συνιστά μια νέα μορφή πολέμου, ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο που δεν μπορεί να ελεγχθεί με τα μέσα και τις αντιλήψεις που ίσχυαν μέχρι σήμερα.
Πρόκειται για μια νέα εποχή κατά την οποία, μέσω του διαδικτύου και της αναπτύξεως της πλανητικής επικοινωνίας και των τεχνολογιών της πληροφορίας, δημιουργείται μια παγκόσμια κουλτούρα κυρίως στον τρόπο ζωής των κοινωνιών.
Το στρατηγικό περιβάλλον, που κληρονόμησε ο 21ος αιώνας από τον 20ο, εμπεριείχε εστίες για νέες αναφλέξεις. Η αποκληθείσα Αραβική Άνοιξη προκάλεσε νέα συγκρούσεις , κατ’ αρχήν εμφύλιες , αλλά και ευρύτερες αναταραχές , ενώ παράλληλα έδωσε τη δυνατότητα της αναπτύξεως και δράσεως τρομοκρατικών οργανώσεων. όπως η Αλ Κάιντα Τραγικότερη εμφανίστηκε η κατάσταση στη Λιβύη όπου διάφορες ένοπλες ομάδες κατέλυσαν κάθε έννοια κράτους.
Επίσης, η κατάσταση στη Συρία έλαβε τραγική μορφή. Εκεί μάλλον δεν υπήρξε καθόλου « Άνοιξη» , αλλά η χώρα πέρασε κατευθείαν σε έναν βαρύ χειμώνα με χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια πρόσφυγες.
Στον ευρωπαϊκό χώρο, μέχρι τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, δύο τουλάχιστον γενιές ανθρώπων μάθαιναν για τον πόλεμο από διηγήσεις των παλαιοτέρων και τα μαθήματα ιστορίας.
Επρόκειτο για μια κατάσταση πρωτόγνωρη για την Ευρώπη που, επί σειρά αιώνων, έζησε σκληρούς και αιματηρούς πολέμους, ενώ ο 20ος αιώνας έφερε στη στρατηγική αρκετών χωρών τη μέριμνα για την αντιμετώπιση των τραγικών συνέπειων της διεθνούς τρομοκρατίας.
Σήμερα, στον 21ο αιώνα, επανέρχεται στη διεθνή κοινωνία μία νέα μορφή Ψυχρού Πολέμου, μεταξύ της Δύσεως (κυρίως των ΗΠΑ) και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, εξαιτίας συμφερόντων που προέκυψαν.
Αφενός από την άνοδο της ισχύος της Κίνας και της Ινδίας, αφετέρου των αγωγών της ενέργειας και των διαδρόμων διαμετακομίσεώς της, καταρχήν προς τη Δύση.
Στο μεταξύ κάποιες χώρες της κεντρικής Ευρώπης, πρώην μέλη του Ανατολικού σχηματισμού ανησυχούν για την ασφάλεια τους που θεωρούν ότι απειλείται από τη Ρωσία, όπως η Πολωνία και οι τρείς Βαλτικές Δημοκρατίες, ενώ συνεχίζουν να αντιπαθούν την πρώην ηγέτιδα δύναμη του Ανατολικού Συνασπισμού, στον οποίο δια της βίας συμμετείχαν.
Στη μεταψυχροπολεμική εποχή παρουσιάστηκαν νέα απειλές που είχαν να κάνουν με τις σχέσεις των δύο μεγάλων συνασπισμών, ειδικά στην κεντρική Ευρώπη. Κύριο θέμα ήταν η πυρηνική απειλή.
Αυτό βεβαίως είχε και τη θετική του πλευρά καθόσον διαμόρφωσε μια ισορροπία που απεκλήθη «ισορροπία του τρόμου» και έτσι ένα ειρηνικό περιβάλλον χάρις στην αμοιβαία «πυρηνική αποτροπή».
Τα πράγματα σήμερα αλλάζουν καταλυτικά εξ αιτίας της καταρρεύσεως του ανατολικού συνασπισμού και της εμφάνισης αποσχιστικών κινημάτων μαζί με τρομοκρατικές βάσεις που φυσικά έχουν ασύμμετρη μορφή. Αυτή η κατάσταση έγινε πλήρως αντιληπτή την 11η Σεπτεμβρίου 2001 όταν η πλανητική υπερδύναμη δέχθηκε πλήγμα στο εσωτερικό της και μάλιστα στα κέντρα της οικονομίας και της στρατιωτικής ισχύος.
Οι δύο μεγάλοι παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ου αιώνα έδειξαν τα όρια της κλασσικής μορφής του πολέμου και έτσι δεν εμφανίζουν τον πόλεμο ως πράξη δυνάμεως όπως τον είχε ορίσει ο Κλαούζεβιτς.
Έχοντας υπόψη τις απόψεις του Κλαούζεβιτς σχετικά με το ότι κανείς δεν ξεκινά έναν πόλεμο χωρίς να έχει ορίσει τους στόχους και τους σκοπούς, ο στρατηγός Κόλιν Πάουελ (πρώην αρ, χηγός των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων)επιστρέφοντας από το Βιετνάμ ως συνταγματάρχης στη δεκαετία του 1970 είπε: Λάθος υπ’ αριθμόν 1, αναφερόμενος στην έλλειψη σαφούς στρατηγικής και πολιτικού σκοπού εκ μέρους της αμερικανικής κυβερνήσεως κατά την πολεμική εμπλοκή στο Βιετνάμ.
Πέρα όμως απ’ αυτόν τον χώρο της Δύσεως και της Ανατολής υπάρχει και ένας άλλος κόσμος στο Νότο, πολυπληθέστερος, ο οποίος αποκαλείται Τρίτος Κόσμος. Ο κόσμος αυτός, που ζει κυρίως στην Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική, είναι ο φτωχός κόσμος που αντιμετωπίζει έλλειψη τροφίμων, νερού και καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ενώ συχνά πλήττεται από έντονα φυσικά φαινόμενα.
Ο Εμμανουέλ Καντ πίστευε ότι η δημοκρατία, η οικονομική αλληλεξάρτηση και το διεθνές δίκαιο και οι οργανισμοί θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τα θεμέλια για την «αιώνια ειρήνη».
Οι αναλύσεις μτων πολιτικά σχετικών δυάδων δείχνουν ότι καθένα από τα τρία στοιχεία της καντιανής ειρήνης συνεισφέρει στατιστικά σημαντική, ανεξάρτητη στις ειρηνικές διακρατικές σχέσεις.
Αυτά τα οφέλη είναι εμφανή ακόμη και όταν η επιρροή άλλων θεωρητικά ενδιαφέροντων παραγόντων -όπως η σχετική ισχύς, οι συμμαχίες, η γεωγραφική γειτνίαση και η οικονομική ανάπτυξη- διατηρείται σταθερή. Η αύξηση του αριθμού των κοινών μελών σε διακυβερνητικούς οργανισμούς (IGOs) κατά μία τυπική απόκλιση μειώνει τη συχνότητα των στρατιωτικοποιημένων διαφορών κατά περίπου 23% από το βασικό ποσοστό για ένα τυπικό ζεύγος γειτονικών κρατών.
Εάν και τα δύο μέλη μιας δυάδας είναι δημοκρατικά, η σύγκρουση είναι 35% λιγότερο πιθανή από τη βασική γραμμή. Η αύξηση τόσο της αναλογίας δυαδικού εμπορίου-ΑΕΠ, όσο και της τάσης στο εμπόριο, κατά τυπική απόκλιση μειώνει την πιθανότητα σύγκρουσης κατά 38%. Μαζί, όλες οι καντιανές μεταβλητές μειώνουν την πιθανότητα διαφωνίας κατά 72%.
Ελέγχουμε για αντίστροφη αιτιότητα και βρίσκουμε λόγους να πιστεύουμε ότι λειτουργεί ένα σύστημα ανάδρασης, με ΙGO να μειώνουν τις συγκρούσεις και δυάδες χαμηλής σύγκρουσης να εντάσσονται σε IGO. Οι δημοκρατίες και τα αλληλεξαρτώμενα κράτη είναι πιο πιθανό να ενώσουν τις IGO μεταξύ τους, συγκεντρώνοντας τα τρία στοιχεία ενός συστήματος για την καντιανή ειρήνη.